Αναγνωστική κρίση
Αναγνωστική κρίση: Γιατί οι προέφηβοι του 2025 χάνουν τη σχέση τους με το βιβλίο;
Γράφει, η Πελιώ Παπαδιά
Αν οι λόγοι ήταν κυρίως ψυχοκοινωνικοί, όπως συμβαίνει με τους εφήβους, θα ήταν πιο εύκολες οι παρεμβάσεις-καλές πρακτικές των ενηλίκων (οικογένεια, σχολείο κ.ά.), ώστε η κατάσταση να αντιστραφεί ή έστω να βελτιωθεί. Όμως, το πρόβλημα είναι βαθύτερο, επομένως και δύσκολα αντιμετωπίσιμο.
Πριν από την καραντίνα, παρατηρούσαμε πως τα παιδιά σταματούν να διαβάζουν στην εφηβεία, ως εύκολη αντίδραση προς τους γονείς τους, προκειμένου να προσαρμοστούν στο νέο σχολικό περιβάλλον και να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές απαιτήσεις, που τους ρουφούσαν τόσο τον χρόνο, όσο και την ενέργεια. Όση τους απέμενε, τη χρησιμοποιούσαν για να κοινωνικοποιηθούν, να διαφοροποιηθούν, να ενσωματωθούν. Πού χρόνος και όρεξη για βιβλία, ειδικά σε μια εποχή όπου το κινητό ήταν ήδη προέκταση του χεριού τους και παράθυρο στον κόσμο;
Το φαινόμενο αυτό δεν άλλαξε μετά την πανδημία. Πιθανόν να εντάθηκε λίγο, αλλά δεν είναι κάτι που προκαλεί έκπληξη. Οι έρευνες δείχνουν πως τα παιδιά που έως τα 12 τους χρόνια έχουν εξοικειωθεί με τη διαδικασία της κατά μόνας ανάγνωσης, ακόμα και να σταματήσουν το εξωσχολικό διάβασμα για κάποιο χρονικό διάστημα, επανέρχονται στη λογοτεχνία και στα βιβλία εν γένει μετά τη λήξη της σχολικής τους ζωής.
Φυσικά, αυτή η στάση των εφήβων, συνδυασμένη με την αδυναμία της Πολιτείας να προωθήσει ουσιαστικά τη φιλαναγνωσία στο σχολικό περιβάλλον, οδήγησε σταδιακά και σε μια πιο επιφυλακτική αγορά, με περιορισμένους εφηβικούς τίτλους, κυρίως ξένους. Και fantasy. Λίγες είναι οι ελληνικές συγγραφικές φωνές με τις οποίες μπορεί να ταυτιστεί ο έφηβος του 21ου αιώνα και λιγότερες οι προσπάθειες να γίνουν γνωστές αυτές οι φωνές στο κοινό τους, γεγονός που τον απομακρύνει ακόμα περισσότερο από τη λογοτεχνία.
Όμως, στο μεταπανδημικό αναγνωστικό τοπίο παρατηρείται κάτι καινούργιο και πιο ανησυχητικό. Η ραγδαία πτώση της ανάγνωσης και στην προεφηβεία. Αν οι λόγοι ήταν κυρίως ψυχοκοινωνικοί, όπως συμβαίνει με τους εφήβους, θα ήταν πιο εύκολες οι παρεμβάσεις-καλές πρακτικές των ενηλίκων (οικογένεια, σχολείο κ.ά.), ώστε η κατάσταση να αντιστραφεί ή έστω να βελτιωθεί. Όμως, το πρόβλημα είναι βαθύτερο, επομένως και δύσκολα αντιμετωπίσιμο. Τα παιδιά 9-12 ετών σταματούν να διαβάζουν, διότι σταδιακά χάνουν την αναγνωστική τους ικανότητα.
Επιστρέφω στην προ-covid και λιγότερο smart εποχή. Τότε, τα βιβλία για προεφήβους δεν έκαναν μεν πωλήσεις ανάλογες αυτών για παιδιά προσχολικής ή πρώτης σχολικής ηλικίας, όμως είχαν ένα σταθερό κοινό. Τα παιδιά συνέχιζαν να διαβάζουν μόνα τους μετά το πέρας της περιόδου κατά την οποία τους διάβαζαν μεγαλόφωνα ή τα βοηθούσαν να διαβάσουν οι φροντιστές τους, επέλεγαν βιβλία και «τα έβαζαν» με κείμενα πυκνά και γεμάτα νοήματα, όπως ο Χάρι Πότερ, η σειρά που τα περισσότερα παιδιά ολοκλήρωναν μαζί με το δημοτικό σχολείο.
Οι σημερινοί προ-έφηβοι είναι τα παιδιά που πρωτοπήγαν σχολείο… διαδικτυακά. Είναι τα παιδιά που έχασαν το 1/3 της σχολικής χρονιάς το 2019-2020, τα παιδιά που ουσιαστικά έχασαν όλη τη σχολική χρονιά το 2020-2021, τα παιδιά που προσπάθησαν, μα δεν κατάφεραν, να βρουν ρυθμούς το 2021-2022, στην πρώτη, στη δευτέρα, στην τρίτη δημοτικού και δυσκολεύονται.
Ένα το κρατούμενο, λοιπόν: Οι εκπαιδευτικοί μήνες που χάθηκαν μέσα στην ελληνική παρωδία της τηλεκπαίδευσης, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη de facto νομιμοποίηση της χρήσης οθόνης από παιδιά ακόμα και 4 ετών (τότε αρχίζει η υποχρεωτική εκπαίδευση στη χώρα μας) έχουν δημιουργήσει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Τα παιδιά που «τα έπιασε» η πανδημία αφού είχαν ολοκληρώσει έστω και μία τάξη του δημοτικού (δηλαδή από Β’ δημοτικού+) είναι σε σχετικά καλύτερη κατάσταση μαθησιακά. Όχι ότι και εκεί δεν υπάρχουν προβλήματα. Φυσικά και υπάρχουν. Κάθε μαθητής πήγε πολύ πίσω, τόσο εκπαιδευτικά όσο και κοινωνικά, ανεξαρτήτως ηλικίας. Μα τα παιδιά που «έχασαν νηπιαγωγείο», Α’ και Β’ δημοτικού βγάζουν τώρα έντονες μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες. Δεν είναι απλά ότι τα παιδιά αυτά δεν θέλουν να διαβάσουν. Είναι ότι, σε μεγάλο βαθμό, δεν μπορούν. Ο εγκλεισμός, η αποσπασματική μάθηση μέσω της τηλεκπαίδευσης, η υπερβολική χρήση των οθονών και η έλλειψη σταθερής αναγνωστικής τριβής έχουν οδηγήσει σε μια γενιά που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε μεγάλα κείμενα. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που ξεπερνά το σχολείο – είναι ζήτημα πολιτισμικό και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό.
Δεύτερο κρατούμενο: Οι προέφηβοι του 2025 υπολείπονται μαθησιακά των προηγούμενων γενεών. Επιπλέον, ο αριθμός των μαθητών με διαγνωσμένες μαθησιακές δυσκολίες και διαταραχές προσωπικότητας βαίνει αυξούμενος (υπάρχουν κάποιες πρώτες απαντήσεις στο «γιατί;», αλλά θα τις δούμε αναλυτικά σε επόμενο κείμενο). Όλο αυτό δημιουργεί μια ένταση τόσο στα σχολεία όσο και στις οικογένειες και δυστυχώς η συχνότερη μέθοδος που επιλέγεται από τους γονείς για να «μελετήσει» και να «ηρεμήσει» το παιδί, είναι η υπόσχεση για χρόνο οθόνης ή κατευθείαν οθόνη. Και η επόμενη; Το φουλάρισμα του προγράμματος του παιδιού με χίλιες και μια δραστηριότητες -είτε «βοηθητικές» για το σχολείο (φροντιστήρια ήδη από την Α’ δημοτικού) είτε εξωσχολικές (αθλητισμός, μουσική, ξένες γλώσσες κ.ά).
Τρίτο κρατούμενο: Οι προέφηβοι ΔΕΝ έχουν ελεύθερο χρόνο με τον εαυτό τους. Να κάτσουν, να αράξουν, να βαρεθούν, να χαζέψουν, να σκεφτούν, να πιάσουν ένα βιβλίο. Εδώ κάνει και πάλι ισχυρή την παρουσία της η οθόνη: Η πλειονότητα των προεφήβων έχει προσωπικό κινητό ή/και τάμπλετ και τα χρησιμοποιεί καθημερινά. Πολύ. Όπως και εμείς, οι γονείς τους. Πώς να αφήσουν τα παιδιά τις οθόνες όταν όχι μόνο τους τις παρέχουμε αβίαστα (και αυτό θα αναλυθεί σε επόμενο κείμενο), αλλά είμαστε και εμείς κολλημένοι σε αυτές; Και οι δάσκαλοι; Πού βρίσκονται σε όλο αυτό το εν εξελίξει φαινόμενο; Ούτε κι οι ίδιοι ξέρουν. Δεν φταίνε. Το ήδη ξεπερασμένο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εκτροχιάστηκε εντελώς μετά την πανδημική εμπειρία και τις ραγδαίες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που αυτή επέφερε. Δυσκολεύονται στην επικοινωνία με τα παιδιά. Δυσκολεύονται στην επικοινωνία με τους γονείς.
Τέταρτο (και τελευταίο για σήμερα) κρατούμενο: Η επίσημη εκπαίδευση μοιάζει προς το παρόν ανίκανη να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί στον σχολικό χώρο, κυρίως στα γυμνάσια και στα λύκεια, μα σε σημαντικό βαθμό και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η «ύλη» πρέπει να βγει πάση θυσία. Οι σχολικές βιβλιοθήκες, αν υπάρχουν, φυτοζωούν και όσο τα παιδιά μεγαλώνουν απομακρύνονται εντελώς από αυτές. Αν κάποιο μέλος της εκπαιδευτικής κοινότητας φύγει λίγο έξω από τις γραμμές, προσπαθώντας να αφουγκραστεί ρεαλιστικές κοινωνικές ανάγκες, κινδυνεύει να βρεθεί ακάλυπτος μπροστά σε γονείς με διαφορετικές απόψεις. Κι όμως, δεν χρειάζεται να εφεύρουμε τον τροχό. Υπάρχουν εξαιρετικά προγράμματα φιλαναγνωσίας σε χώρες του εξωτερικού, που μπορούμε να μελετήσουμε και να προσαρμόσουμε στα ελληνικά δεδομένα. Ένα απλό παράδειγμα; Το Silent Reading Time -κάθε μέρα, για 20 λεπτά, για όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ηλικίας, για όλους τους δασκάλους και τους καθηγητές.
Όλα τα παραπάνω χρήζουν μεγαλύτερης προσοχής και μελέτης. Αυτό το κείμενο είναι μια εισαγωγή σε σύγχρονους προβληματισμούς για την εκπαιδευτική και κοινωνική θέση του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα του 2025. Να κρατήσουμε κάτι για αρχή; Κοπιάστε προκειμένου να καταφέρει το παιδί σας να περάσει στο μεγάλο κείμενο, από το εικονοβιβλίο ή το εικονογραφημένο βιβλίο. Δώστε του κίνητρα (όχι χρόνο οθόνης, βρείτε κάτι άλλο) για να διαβάσει μόνο του. Πηγαίνετε μαζί στο βιβλιοπωλείο και αφήστε το να διαλέξει μόνο του. Ορίστε μια «ώρα ανάγνωσης» στο σπίτι, όπου όλη η οικογένεια διαβάζει. Και, μέχρι τα δώδεκά του χρόνια, ας είστε φειδωλοί με τις οθόνες.
Συνεργαστείτε με άλλους γονείς προς αυτές τις κατευθύνσεις. Σύμφωνα με τον ΟΣΔΕΛ, το 35% των Ελλήνων δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τον χρόνο, ενώ μόνο το 31% είναι εντατικοί αναγνώστες. Αυτό δείχνει ότι η έλλειψη ενδιαφέροντος ή η ανικανότητα ανάγνωσης δεν αφορά μόνο τους προεφήβους και τους εφήβους, αλλά συνολικά τον πληθυσμό.
Αν θέλουμε να δούμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν με φαντασία, κριτική σκέψη και ανεξαρτησία, πρέπει να τα βοηθήσουμε να κρατήσουν το εξωσχολικό βιβλίο στα χέρια τους και, ακόμα κι αν μεγαλώνοντας μειώσουν το διάβασμα, να μη το αφήσουν ποτέ. Η φιλαναγνωσία δεν είναι πολυτέλεια – είναι ανάγκη. Και το πρώτο βήμα ξεκινάει από εμάς.
