Ξανάρχεται και με παρηγορεί…
Γράφει η Πελιώ Παπαδιά
Αν δεν υπήρχε η Μαριανίνα Κριεζή, δεν θα υπήρχαν οι Εκδόσεις Άμμος. Επομένως, δεν της χρωστάει μόνο η γενιά των παιδιών της Λιλιπούπολης, μα όλα τα παιδιά που θα έρθουν σε επαφή με το έργο το δικό της και το έργο των δημιουργών που μας συστήνει σήμερα ο Πέτρος της Άμμου, ο Πέτρος της Μαριανίνας, ο Πέτρος Γαϊτάνος.
Κάθομαι μπροστά στην οθόνη, γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, ξανασβήνω. Δεν λέω να αποφασίσω τι να πρωτοχωρέσω σε τούτο το κείμενό μου, που θα μπει στο ολοκαίνουργιο site των Εκδόσεων Άμμος. Είχα σκεφτεί να γράψω για τη γνωριμία μου με τον Πέτρο Γαϊτάνο και τις συνεργάτιδές του, την Κατερίνα Παπαδοπούλου και τη Νεφέλη Πανοπούλου, που πριν από έναν μήνα περίπου με υποδέχτηκαν με ορθάνοιχτες κυριολεκτικά αγκαλιές στον υπέροχο χώρο της Φειδίου 18. Αλλά μου φάνηκε κάπως κοινότοπο. Έπειτα, σκέφτηκα να διαλέξω ένα από τα υπέροχα παιδικά βιβλία που έχει εκδώσει η Άμμος και να το παρουσιάσω στους αναγνώστες. Μα ποιο από όλα;
Πιάνοντας το ένα, αισθάνομαι ότι αδικώ το δεύτερο. Πιάνοντας το δεύτερο, με κοιτάει παραπονεμένα το τρίτο κι όταν το φέρνω στα χέρια μου και το ξεφυλλίζω, προσπαθώντας να καταλήξω αν είναι αυτό το «καταλληλότερο» για την παρθενική μου συνεργασία με την Άμμο, νιώθω πέντ’ έξι ακόμα παραμύθια να με στραβοκοιτάνε. Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι. Να κάνω μια σύνθεση; Δεν έχω πολύ χρόνο. Σύνθεση στο επόμενο κείμενο, που θα έχει χριστουγεννιάτικη εσάνς και προτάσεις δώρων…
Αγχώνομαι, γιατί θέλω να στείλω το κείμενο σήμερα. «Αχ, τα νεύρα μου!» λέω στον έφηβο γιο μου, που μόλις μπαίνει στο σπίτι, έπειτα από άλλη μια βασανιστική, κατά την κρίση του, ημέρα στο ελληνικό σχολείο. «Τα νεύρα μου, τα νεύρα μου, τα νεύρα μου!» «Η ζέβρα μου, η ζέβρα μου, η ζέβρα μου!» απαντάει με μια τσαχπινιά που σπάνια διακρίνω πλέον επάνω του. Σαστίζω. Ανοίγω το στόμα και πάω κάτι να ψελλίσω. Με κόβει και εξαφανίζεται στα έγκατα του δωματίου του, χωρίς να ξέρει τι ήθελα να του πω. «Πώς έγινε αυτό τώρα; Με ξεμπλόκαρες!»
Παίρνω βαθιά ανάσα, βάζω το soundtrack μιας παλιάς παιδικής θεατρικής παράστασης στο YouTube και βυθίζομαι στις αναμνήσεις. Μόλις έκατσε μια από εκείνες τις συμπτώσεις που θεωρείς απίστευτες, που τσιμπιέσαι να δεις αν συνέβη στ’ αλήθεια, που ρίχνεις μια ματιά προς τον ουρανό και ψιθυρίζεις σαν μάντρα στο σύμπαν «Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ!» Πώς δεν είχα σκεφτεί ως τώρα ότι αν ένα κείμενο μονάχα οφείλω στην Άμμο είναι η μαρτυρία που θα διαβάσετε αμέσως μετά;
Πάνε τουλάχιστον δέκα χρόνια, μα το θυμάμαι σαν να ’ταν χτες. Μουσικοθεατρική παράσταση στο θέατρο Badminton. Η μαμά στη μέση, απ’ τη μια το επτάχρονο, απ’ την άλλη το πεντάχρονο. «Ζέβρα πυτζάμα». Μουσική του Διονύση Τσακνή, που πρωταγωνιστεί κιόλας, μαζί με τον Αντώνη Λουδάρο, τη Μαριάννα Πολυχρονίδη και είκοσι πέντε άλλους ηθοποιούς και μουσικούς. Σκηνοθετεί η Άννα Παναγιωτοπούλου. Τα κείμενα και οι στίχοι του θεατρικού είναι της Μαριανίνας Κριεζή. Το ξέρω από την αρχή πως πάω στην παράσταση μάλλον για μένα, παρά για τα παιδιά μου. Μαριανίνα=Λιλιπούπολη=η παιδική μου ηλικία=η πατρίδα μου – πατρίδα με κάποιους τόπους της απωθημένους βαθιά, δεν το ’ξερα ακόμα.
Το παραμύθι ξεκινάει. Βιότοπος της Χαδιαρόπαπιας και του Άγγουρου-Κάγκουρου, βοσκότοπος του Γαϊδαρέλου της Πόλης που φορτώνεται αυτοβούλως όλες τις σκοτούρες των μεγάλων αλλά και νεραϊδότοπος κατά τη Μυθολογία του Μετρό, ο Παιδότοπος των Άστρων δεν έχει σύνορα: Εκτείνεται από τα Δάση των Κλασικών Παραμυθιών ως την Αρκτική, όπου η αφοσίωση μιας φώκιας σε ένα ναυαγό έχει γίνει διεθνής ναυτικός θρύλος. Άλλος ένας κόσμος πλασμένος μέσα στην αχαλίνωτη φαντασία της Μαριανίνας. Προφανώς, δεν είναι Λιλιπούπολη. Αλλά σίγουρα είναι ένα σύμπαν που χρήζει εξερεύνησης. Ποιοι τον κατοικούν; Τι να λένε οι ιστορίες τους; Τι θα τραγουδήσουν τα παιδιά; Ποιος είναι ο Μαέστρος με τη μουσικλέτα και ποιος ο Κακός Λευκός; Τι θα συμβεί στο τέλος; Πού είναι η Ζέβρα πυτζάμα; Και κυρίως, ποια είναι η Ζέβρα πυτζάμα;
Αρχίζω σιγά σιγά να παίρνω τις απαντήσεις μου, μα η πλοκή έχει πάψει να με ενδιαφέρει. Έχω, ασυνείδητα και εντελώς αναπάντεχα, ταυτιστεί με τη Ρία –δηλαδή την Καβαλαρία Ρουστικάνα (έτσι τη λένε στα όνειρά της!) –, ένα μικρό κορίτσι, που φτάνει στον Παιδότοπο των Άστρων έχοντας αποδράσει, κατά τη συνήθειά της, από την πραγματικότητα. Αν αναρωτιέστε πώς καταφέρνει κάτι τόσο υπέροχα απίθανο και ανακουφιστικό, η απάντηση είναι απλή. Η Ρία ταξιδεύει καβάλα στην αγαπημένη της ζέβρα που έχει κόκκινες ρίγες γι’ αυτό και τη λένε Ζέβρα πυτζάμα. Κι εγώ κάποτε ταξίδευα παντού με ένα ζώο για παρέα. Γιατί το ξέχασα;
Έχω αποκοπεί από το παρόν. Ευτυχώς τα χρώματα και οι μουσικές έχουν συνεπάρει τα παιδιά μου, που παρακολουθούν την ιστορία να ξετυλίγεται και όχι εμένα να ταράζομαι. Έχω επιστρέψει στο παρελθόν. Είμαι η Ρία. Ήμουν η Ρία. Δεν είχα Ζέβρα πυτζάμα. Είχα «Μι’ αρκούδα καφέ». Ακόμα την έχω. Ένα λούτρινο καφέ αρκουδάκι με κουρδιστήρι, το τοτέμ της παιδικής μου ηλικίας, που τ’ ονόμασα –τριών, τεσσάρων χρόνων; – με το διόλου πρωτότυπο, μα τόσο αγαπημένο «Μι’ αρκούδα καφέ». Όπως το διαβάζετε. Με το αόριστο άρθρο να αποτελεί μέρος του ονόματος. «Μαμά, πού είναι η “Mι’ αρκούδα καφέ; Θέλω να την πάρω αγκαλιά και να πούμε παραμύθια…» Τότε δεν το ήξερα, αλλά «νονά» της ήταν επίσης η Μαριανίνα, όπως και της Ζέβρας πυτζάμας. Εκείνη την ώρα, οι συνάψεις του εγκεφάλου μου παίρνουν φωτιά.
«Μαμά, κλαις;» μια απορημένη φάτσα δίπλα μου. «Συγκινήθηκα με τη Ζέβρα». Με κοιτάζει με απορία και επιστρέφει στη φασαριόζικη σκηνή. Εγώ έχω ήδη καβαλήσει τη Ζέβρα μου (με τη «Μι’ αρκούδα καφέ» στην αγκαλιά) και τρέχουμε στα σύννεφα μαζί. Μια υπέροχη αίσθηση ελευθερίας που είχα να νιώσω χρόνια με τραντάζει συθέμελα. Παραθέτω λίγο πιο κάτω τους στίχους που αποστήθισα και οικειοποιήθηκα άθελά μου κατά τη διάρκεια της παράστασης. Τους στίχους που αποδείχτηκαν βάλσαμο στις καταθλίψεις μου, τους στίχους που τραγουδώ καμιά φορά ακόμα αν χρειάζεται (ευτυχώς χρειάζεται ολοένα και σπανιότερα), πάντοτε βουρκωμένη, συνήθως κλαμένη, πιο σπάνια πλανταγμένη. Τους στίχους-μαγικό φίλτρο, που με ενδυναμώνουν και με ωθούν να προχωρήσω και να ξεφύγω, κάθε φορά που κυλάω στους φαινομενικά αδιέξοδους και σκοτεινούς διαδρόμους του μυαλού μου.
Γιατί μπορεί όταν τους πρωτοάκουσα να ήμουν τριάντα πέντε, μπορεί να έχω φτάσει τα σαράντα πέντε, όμως ποτέ δεν φεύγει από μέσα μου το κοριτσάκι εκείνο που, παρά το γεγονός ότι ήταν δεν ήταν πέντε χρονών, ήδη βρισκόταν σε υπαρξιακά αδιέξοδα που άργησε πολύ να καταλάβει. Δεν μπορώ να ξέρω με ποιους μοιράζομαι την ίδια εμπειρία, αλλά σίγουρα αν είστε από αυτούς θα με καταλάβετε. Αν όχι, προσπαθήστε…
Η «Μι’ αρκούδα καφέ» ήταν μια κούκλα τοτέμ, ήταν το μοναδικό «πλάσμα» με το οποίο μοιραζόμουν τους παιδικούς μου φόβους∙ Και με άκουγε, Μέσα στον ξύλινο μπουφέ της έκρυβα κι εγώ τα πολύτιμά μου (ή, παίρνοντας πρωτοβουλία σε σχέση με την αρκούδα, καταχώνιαζα τα αβάσταχτά μου), αλλά ήμουν πολύ μικρή για να συνειδητοποιήσω όλο το ψυχαναλυτικό κομμάτι της σχέσης μου μαζί της. Γιατί δεν την είχα δώσει στα παιδιά μου και επέμενα να την κρατώ καταχωνιασμένη στον ξύλινο μπουφέ μου; Κυριολεκτώ. (Ψυχαναλυτές, βγάλτε τα τεφτέρια και είμαι στη διάθεσή σας ως μελέτη περίπτωσης). Τριάντα χρόνια μετά, η Μαριανίνα είχε επιστρέψει, τούτη τη φορά με μια Ζέβρα, για να μου υπενθυμίσει με στίχους πως το εσωτερικό μου παιδί υπέφερε ακόμα, μολονότι είχε γίνει μάνα και είχε συνομήλικά του παιδιά… Το πρόγραμμα μιλούσε για επιστροφή στην αθωότητα. Χαστούκι έφαγα. Χαστούκι. Αφυπνιστικό. Με το που άκουσα, άρχισα να τρέμω… Γιατί η παιδική αθωότητα κρύβει τελικά πολλή άγνοια.
Μόλις πρωτοπερπάτησα, κάπου βρήκα κι αγάπησα τη ζέβρα μου την προστατευτική.
Κι όταν είχα τα νεύρα μου καβαλούσα τη ζέβρα μου και τρέχαμε στα σύννεφα μαζί.
Ζέβρα πυτζάμα, της έλεγα όταν ήμουνα μικρή, Ζέβρα πυτζάμα, χλιμίντρισέ μου φίλη μου καλή, Ζέβρα πυτζάμα, να μη χαθώ ποτέ μες στη ζωή.
Στον θυμό και στο κλάμα μου, πάντα η Ζέβρα πυτζάμα μου ξανάρχεται και με παρηγορεί.
Κι όταν έχω τα νεύρα μου, καβαλάω τη ζέβρα μου και τρέχουμε στα σύννεφα μαζί.
Ζέβρα πυτζάμα, της λέω ακόμα πού και πού στ’ αφτί, Ζέβρα πυτζάμα, χλιμίντρισε, ψυχή μου παιδική, Ζέβρα Πυτζάμα, να μη χαθώ ποτέ μες στη ζωή.
Οι στίχοι αυτού του τραγουδιού, που δίνει το όνομά του στην παράσταση, (κρύβουν πολλούς ακόμα θησαυρούς τα κείμενα και οι στίχοι, αλλά δεν θέλω να μακρηγορήσω, γιατί η «Ζέβρα πυτζάμα» ήταν το πρώτο και αποκαλυπτικό για τη συνέχεια της ζωής μου σοκ και αυτήν αφορά το κείμενο) αποδείχτηκαν η αρχή μιας συνειδητοποίησης, που σταδιακά με οδήγησε στο να τολμήσω να σκαλίσω τα ανείπωτα, να βρω τα τραύματά μου και πλέον να τα φροντίζω ανελλιπώς. Προφανώς, είναι αδύνατον να εκφράσω στο χαρτί όλα όσα βίωσα εκείνη την ημέρα. Ήταν αναστάτωση, ήταν νοσταλγία, ήταν πόνος, ήταν φόβος, ήταν χαρά, ήταν απελευθέρωση, ήταν ελπίδα… Όπως προανέφερα, σαν να αφυπνίστηκα.
Όταν τελείωσε η παράσταση, πάντως, ήμουν παγωμένη και βουρκωμένη. Τα παιδιά μου με κοιτούσαν απορημένα. «Δεν σου άρεσε και κλαις;» «Μου άρεσε πάρα πολύ!» «Τότε γιατί κλαις;» «Γιατί μου άρεσε πάρα πολύ!» «Μα είχε πολλή πλάκα, γιατί δεν γελάς;» «Συγκινήθηκα! Κλαίμε και από χαρά καμιά φορά. Θυμήθηκα διάφορα». «Αφού στο τέλος ήρθε ο Ντελιβεράς της Χαράς! Δεν πρέπει να κλαις». Συνέρχομαι, σκουπίζω τα μάτια μου και τους χαμογελώ. Πρέπει να αυτοσυγκεντρωθώ και όταν βρω χρόνο να δω τι μου συνέβη και αναστατώθηκα έτσι. «Ναι, είδατε τι ωραίο ήταν αυτό που είπαν στο τέλος; “Περιουσία μας είναι μονάχα η φαντασία μας”. Να το θυμάστε αυτό. Ό,τι φανταστείτε είναι δικό σας! Πάμε να πάρουμε το CD της παράστασης τώρα…»
Το CD, «λιωμένο» εδώ και χρόνια, το κράτησα στο αυτοκίνητο, «για να το ακούμε στον δρόμο, παιδιά. Δεν είναι για πριν από τον ύπνο. Είναι ξεσηκωτικό!» Ψέματα. Το κράτησα στο αυτοκίνητο, για να είναι αποκλειστικά δικό μου, για να ακούω τη «Ζέβρα πυτζάμα» στη λούπα, μόνη μου, να τραγουδάω δυνατά και να κλαίω, όποτε είχα ανάγκη να ξεφύγω από τη δύσκολη καθημερινότητα εκείνης της περιόδου. Το κράτησα στο αυτοκίνητο, γιατί ένα τραγούδι που περιείχε κατέλυσε ξαφνικά τον χρόνο και μου θύμισε πόσο σκληρό είναι για κάποια παιδιά να είναι παιδιά. Απέκτησα και πάλι ένα τοτέμ για να αντέχω. Όχι τη «Μι’ αρκούδα καφέ». Αλλά ένα τραγούδι που ήρθε ουρανοκατέβατο και με βοήθησε να αρχίσω να προσεγγίζω τα παιδιά μου, τα δυο βιολογικά και τα εσωτερικά, το δικό μου και του συντρόφου μου, με ένα νέο ενήλικο βλέμμα, πιο οξυδερκές, πιο ανεκτικό και πιο τρυφερό συνάμα. Δύσκολη διαδικασία. Χρονοβόρα. Ίσως αέναη. Αλλά ειλικρινής και γεμάτη αγάπη.
Φυσικά, χρησιμοποιήσαμε την εμπειρία της «Ζέβρας πυτζάμας» και στο σπίτι, σε παιγνιώδες (και ουσιαστικά θεραπευτικό) πλαίσιο. Όταν κάποιο παιδί ή κάποιος γονιός νευρίαζε, οι υπόλοιποι τρεις τού πρότειναν να πάει μια βόλτα στα σύννεφα με τη Ζέβρα του. «Τα νεύρα μου, τα νεύρα μου, τα νεύρα μου!» «Η ζέβρα μου, η ζέβρα μου, η ζέβρα μου!» Έτσι μαγικά προέκυψε το συγκεκριμένο κείμενο σήμερα, παρόλο που έχουμε κάμποσο καιρό να καλέσουμε οικογενειακώς τη Ζέβρα πυτζάμα – ψυχανάλυση γαρ. Και εφηβεία. Κι όμως, το παιδί (και όχι ο έφηβος) θυμήθηκε… Ίσως πια να χρειάζεται να φτιάξω καινούργιους στίχους για να ξαναβάλω τη Ζέβρα πιτζάμα στη ζωή μου:
Σπάνια έχω τα νεύρα μου, το χρωστάω στη Ζέβρα μου, που ήρθε την κατάλληλη στιγμή…
Τον θυμό και το κλάμα μου πήρε η Ζέβρα πυτζάμα μου, μου γιάτρεψε την παιδική ψυχή…
Ζέβρα πυτζάμα, της λέω ακόμα πού και πού στ’ αφτί, Ζέβρα πυτζάμα, χλιμίντρισε, ψυχή μου παιδική, Ζέβρα Πυτζάμα, να μη χαθώ ποτέ μες στη ζωή. – Τούτος ο στίχος παραμένει αυτούσιος, της Μαριανίνας.
Αν δεν υπήρχε η Μαριανίνα Κριεζή, δεν θα υπήρχαν οι Εκδόσεις Άμμος. Επομένως, δεν της χρωστάει μόνο η γενιά των παιδιών της Λιλιπούπολης, μα όλα τα παιδιά που θα έρθουν σε επαφή με το έργο το δικό της και το έργο των δημιουργών που μας συστήνει σήμερα ο Πέτρος της Άμμου, ο Πέτρος της Μαριανίνας, ο Πέτρος Γαϊτάνος. Η μοναδική της ψυχοσύνθεση και λογοτεχνική ευφυία μάς έχει ήδη προικίσει με κείμενα-σπουδαία παρακαταθήκη στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Η Άμμος επέστρεψε για να προσφέρει κι άλλα προικιά∙ τα στέλνει απλόχερα η Μαριανίνα από τα σύννεφα, από κει όπου ξαπλωμένη μάς παρακολουθεί ήρεμη, με τη Ζέβρα πυτζάμα και μι’ αρκούδα καφέ στην αγκαλιά της.
