Το σαπούνι που είχε μέσα λίγο ήλιο
«..
Σήμερα το πρωί ο Μίλτος ξύπνησε και δεν ένιωθε χαρούμενος. Δεν ήξερε τον λόγο, να είδε κάτι στα όνειρα του που να τον τρόμαξε; Μήπως να έφταιξε που κοιμήθηκε το βράδυ με το παράθυρο ανοιχτό και κρύωσε;
Αναρωτήθηκε πολλές φορές.
Σηκώθηκε λοιπόν από το κρεβάτι του, με δυσκολία λόγω της κακής του διάθεσης, και αποφάσισε να πάει μία βόλτα στο πάρκο, να βρει τους φίλους του και να παίξουν μαζί.
Είχε σκεφτεί νωρίτερα ότι ίσως του έλειψαν οι φίλοι του και για αυτό ήταν στεναχωρημένος.
Έφτασε λοιπόν στο πάρκο και συνάντησε τους φίλους του, την Ειρήνη, την Όλγα και τον Ντίνο. Είχε υπέροχο καιρό με έναν ήλιο τόσο φωτεινό που ξεχυθήκανε στο παιχνίδι για ώρες.
Μπάλα, τραμπάλα, μουσικές αόρατες καρέκλες και αθόρυβο κυνηγητό. Γελάσανε πολύ και νιώσανε όλοι πολύ χαρούμενοι. Και ο Μίλτος ένιωθε χαρούμενος.
Όμως, και πάλι, ένιωθε ένα γκρι συννεφάκι να στέκεται από πάνω του.
Η Ειρήνη κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και έτσι τον ρώτησε τι του συμβαίνει.
Εκείνος της είπε ότι από το πρωί που σηκώθηκε από το κρεβάτι του αισθάνεται συνεχώς μία λύπη και δεν μπορεί να βρει τον λόγο, νιώθει προβληματισμένος που η χαρά του δεν κρατάει πολλή ώρα.
Τότε η Ειρήνη είχε μία φανταστική ιδέα.
Είπε στον Μίλτο ότι έχει ένα σαπούνι που πάνω έχει ζωγραφισμένο έναν ήλιο, έχει ένα ωραίο, βαθύ πορτοκαλένιο χρώμα και μία μυρωδιά σαν μέλι και κάθε φορά που λούζεται με αυτό νιώθει πολύ χαρούμενη.
Ο Μίλτος ενθουσιάστηκε με το σαπούνι της φίλης του της Ειρήνης και την ρώτησε αν μπορεί να το δανειστεί.
«Εννοείται και μπορείς» του απάντησε η Ειρήνη.
Πήρε λοιπόν το σαπούνι της Ειρήνης και έτρεξε πίσω στο σπίτι του να λουστεί. Έπαιξε με τις σαπουνάδες, ξετρελάθηκε με την μυρωδιά, ανοιγόκλεινε συνεχώς το μπουκάλι!
«Αυτό είναι το καλύτερο μπάνιο της ζωής μου»! Είπε ο Μίλτος
«Και αυτό το πιο ωραίο σαπούνι, που πάνω έχει ζωγραφισμένο έναν ήλιο».
Η μέρα του Μίλτου έκλεισε χαρούμενα καθώς κοιμήθηκε γλυκά.
Την επόμενη μέρα, ξύπνησε από νωρίς, ήταν Δευτέρα. Ο καιρός ήταν πολύ μουντός, είχε μεγάλα σύννεφα στον ουρανό και ίσως να πλησίαζε βροχή.
Ο Μίλτος είχε κανονίσει να συναντηθεί με τους φίλους του για να πάνε όλοι μαζί στο σχολείο. Ανυπομονούσε. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος με την χαρά του και μόλις είδε την Ειρήνη έτρεξε προς το μέρος της.
Της είπε ότι η ιδέα της ήταν καταπληκτική, δεν ξέρει τι το τόσο μαγικό είχε αυτό το σαπούνι με το βαθύ πορτοκαλένιο χρώμα και την ωραία μυρωδιά.
Τότε η φίλη του η Ειρήνη του είπε: «Κάποιες φορές ξυπνάμε χαρούμενοι χωρίς να ξέρουμε τον λόγο. Κάποιες φορές ξυπνάμε λυπημένοι και πάλι δεν ξέρουμε τον λόγο. Κάποιες φορές αυτό είναι εντάξει.
Τα συναισθήματα μας είναι πολλά και όλα είναι δικά μας, αρκεί να τα βλέπουμε, να τα ακούμε και να τα αγκαλιάζουμε»
Οι τέσσερις φίλοι, ο Μίλτος, η Ειρήνη, η Όλγα και ο Ντίνος συνέχισαν στη διαδρομή τους για το σχολείο και λέγανε ιστορίες μέχρι να φτάσουν. Γελούσαν, μιλούσαν ή ήταν σιωπηλοί. Τους έπιασε βροχή.
Αλλά ήταν μαζί.
Μήπως τελικά ήταν μια ηλιόλουστη μέρα; ..»
Η παραπάνω μικρή ιστορία δημιουργήθηκε στο μυαλό μου μία μέρα που σε ένα κέντρο δημιουργικής απασχόλησης που εργαζόμουν, κάθισα δίπλα σε ένα 5χρονο αγόρι και τον ρώτησα τι ζωγραφίζει. Εκείνος μου είπε ότι δεν έχει αρχίσει και ότι θα ήθελε να ζωγραφίσουμε κάτι μαζί. Όταν τον ρώτησα τι, μου απάντησε: «Θέλω να ζωγραφίσουμε μία ηλιόλουστη μέρα».
Κωνσταντά Μαρία
