Η Άντα και το λάπτοπ

Μην με φας, μη με φααααααας….. προτιμώ το πληκτρολόγιο παρά το στομάχι σου!!

Αναφώνησε η Άντα, το σουσάμι, την ώρα που ο Ανδρέας ήταν έτοιμος να φάει το κουλούρι του, όπως κάθε μέρα, μπροστά από τον υπολογιστή του!

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή!

Η Άντα δεν ήταν ένα οποιοδήποτε σουσάμι, ήταν ένα σουσάμι με νοημοσύνη! Στεκόταν εδώ και ένα χρόνο μέσα στο βάζο μαζί με εκατοντάδες άλλα σουσάμια, στο ράφια απέναντι από την ταμειακή μηχανή της κυρίας Κλεονίκης της φουρνάρισσας.  Καθημερινά έβλεπε τον κόσμο να μπαινοβγαίνει στο φούρνο και να αγοράζει κάθε λογής καλούδια! Της άρεσε να τους παρατηρεί όλους, έφτιαχνε και ιστορίες για τον καθένα.

Να, ήρθε η κυριά Μαίρη, θα αγοράσει ένα κιλό ζυμωτό ψωμί και κουλουράκια καρότου. Τώρα θα μπει ο κύριος Μάριος, θα αγοράσει μια μπαγκέτα ολικής αλέσεως, όχι πολύ ξεροψημένη! Ο κύριος Μάριος καθόταν εκεί απέναντι από όλα τα είδη ψωμιών και αφού τα επεξεργαζόταν καλά καλά, έλεγε με βαριά φωνή «Αυτήν εκεί την μπαγκέτα κυρία Κλεονίκη!»

Έτσι περνούσαν οι μέρες της Άντας. Τους είχε μάθει όλους απέξω και ανακατωτά! Ήξερε τι θα αγοράσουν, πότε θα μπουν και τι ιδιοτροπίες έχουν…

Όμως αυτός που της είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν ο κύριος Βλαδίμηρος, και συγκεκριμένα ο γιος του, και πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο μικρός Ανδρέας ποτέ δεν κοιτούσε γύρω του. Ήταν πάντα απορροφημένος στο τάμπλετ ή στο κινητό του μπαμπά του..

«Μα τι έχει αυτό το αντικείμενο εκεί μέσα που όταν ο Αντρέας το κοιτάει την μια γελάει, την μια είναι σαστισμένος, και την άλλη συνεχώς τραβάει επίμονα το χέρι του κυρίου Βλαδίμηρου για να του δείξει κάτι;» Αυτές οι απορίες βασάνιζαν το μυαλό της Άντας.
Να μπoρούσα να βγω από την γυάλα και με ένα σάλτο να βρεθώ μέσα σε αυτό το μαγικό μεταλλικό κουτί!!

Και τώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν την καταβροχθίσει ο Ανδρέας μαζί με το κουλούρι του, ήρθε η ώρα να τα μάθει όλα. Μετά το δυνατό κρατς από την δαγκωνιά η Άντα πετάχτηκε στον αέρα και έσκασε πάνω στο πληκτρολόγιο του λάπ τοπ και από εκεί γλίστρησε από το κενό δίπλα από το γράμμα Κ και βρέθηκε στο εσωτερικό του υπολογιστή..

Μάλιστα…μαύρη μαυρίλα πλάκωσε..αναφώνησε!

Πολύ σκοτάδι έχει εδώ μέσα! Είναι κανείς εδώ;

Κανένας δεν απάντησε!

Τι την ήθελα την ευχή να βρεθώ μέσα στον υπολογιστή! Καλά δεν ήμουν στην γυάλα!

Και ξάφνου ένας ήχος τάραξε την ησυχία της!

«Μαμά θα κάτσω λίγο να παίξω στον υπολογιστή», ακούστηκε η φωνή του Ανδρέα

«Λίγο όμως» απάντησε η μαμά του

«Το λίγο το δικό σας, το ξέρουμε» είπε κάποιος δίπλα της ειρωνικά! Και μετά την κοίταξε περίεργα και την ρώτησε «εσύ πάλι, πως βρέθηκες εδώ;»

«Κι εγώ χάρηκα για την γνωριμία» της απάντησε η Άντα, λίγο εκνευρισμένη, λίγο σαστισμένη, ούτε που ήξερε τι αισθανόταν.
Με λένε Άντα και κάποτε βρισκόμουν πάνω στο κουλούρι του Ανδρέα!

«Και μετά  δάγκωσε το κουλούρι ο Ανδρέας και σε εκσφενδόνισε και βρέθηκες εδώ», της είπε η μυστήρια φωνή κάπου δίπλα της.

«Ναι μάλιστα, έτσι έγινε»! αποκρίθηκε η Άντα

«Εσύ ποια είσαι»;

«Εγώ είμαι η Μιμή, η μνήμη και ζω από πάντα εδώ… παρέα με όλους τους υπόλοιπους που βλέπεις»!

«Ωραία παρέα φαίνεστε»!

«Και φαινόμαστε και είμαστε», της απάντησε η Μιμή, με ένα πλατύ χαμόγελο..

«Συνεργαζόμαστε άψογα και κάνουμε τους ανθρώπους του σπιτιού χαρούμενους»!

«Είμαστε κάτι σαν ορχήστρα, ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί δουλεύουμε ασταμάτητα όσο αυτό το φωτάκι που βλέπεις πάνω αριστερά είναι αναμμένο».

«Και όταν σβήσει το φωτάκι; Τι γίνεται»; Αναρωτήθηκε δυνατά η Άντα! «Ακούτε απλά την σιωπή»;

«Σιωπή ακούμε κι όταν είναι ανοιχτός ο υπολογιστής!!» της απάντησε μια βαριά φωνή κάπου στο βάθος..

«Τι να εννοεί άραγε;», σκέφτηκε η Άντα, αλλά δίστασε να ρωτήσει μέχρι που..η βαριά φωνή συνέχισε ακόμα πιο βραχνά να λέει «αν ψάχνεις απάντηση, βρες την μόνη σου! Άκου τους ήχους της σιωπής και έλα στ ‘αυτί μου πεις…»

Πολλούς γρίφους έχω να λύσω είπε μέσα της η Άντα, που άλλο τίποτα εκτός από σιωπή άκουγε γύρω της!

Τα μεταλλικά αντικείμενα από τα οποία περιστοιχιζόταν συνέχιζαν την δουλειά τους, άλλα εντελώς σιωπηλά άλλα θορυβώδη. Έκαναν τις ίδιες συνεχώς κινήσεις πάλι και πάλι, χωρίς να αλλάζουν τέμπο.

Στον κόσμο έξω από το πληκτρολόγιο, ο Ανδρέας, συνέχιζε να κοιτάζει με αφοσίωση την οθόνη του λαπ τοπ, πάταγε γρήγορα τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο και φαινόταν να μην θέλει να χάσει δευτερόλεπτο από όλο αυτό! Στην οθόνη του απεικονιζόταν μια περίεργη πολιτεία, με κάστρα, τείχη, στρατιώτες, απλούς χωρικούς και πάνοπλους πολεμιστές!

Ο Ανδρέας πάταγε με μανία συγκεκριμένα πλήκτρα άλλοτε με νεύρα άλλοτε με αγωνία και ελάχιστες φορές αδιάφορα..

«Χτίζει κι άλλα τείχη σήμερα», χαμογέλασε η Μιμή! «Δεν βαρέθηκε με αυτό το πράγμα, κάθε μέρα; Να ήμουν στη θέση του, όχι στην καρέκλα του δηλαδή..στην θέση του, ως παιδάκι, να είχα την δυνατότητα να τρέξω έξω, να παίξω με τους φίλους μου, να κάνω ποδήλατο, να σκαρφαλώσω στα δέντρα, να κάνω όλα αυτά που έχουν την ευλογία να κάνουν τα παιδιά».

«Κυρία ονειροπόλα, γύρνα στην δουλειά σου», της φώναξε η βραχνή φωνή..

«Τι σε νοιάζει εσένα τι κάνει ο Ανδρέας! Έτσι περνάει καλά, έτσι και κάνει»!

«Μα δεν περνάει καλά!!» του απάντησε η Άντα που θέλησε να υπερασπιστεί την Μιμή, «χάνει τα παιδικά του χρόνια μπροστά στην οθόνη, και παιδί θα είναι μόνο για λίγο, όλη του την ζωή θα είναι μεγάλος και θα κάθεται στον υπολογιστή του για δουλειά»!

Έντονος διάλογος ακούστηκε στο δωμάτιο που ήταν ο υπολογιστής, η μαμά, ενώ μιλούσε στο κινητό της, συμβούλευε τον Ανδρέα να κλείσει και να πάει για διάβασμα!

«Πολύ που ασχολήθηκε μαζί του», ακούστηκε να λέει η Μιμή. Ένα ξερό, «άντε για διάβασμα, αρκετά!» μια οργισμένη απάντηση «όχι ακόμα» και μετά ο καθένας στην οθόνη του.

«Μιμή»! την διέκοψε η Άντα, «μάλλον ο Ανδρέας έχει την ψευδαίσθηση πως είναι χαρούμενος έτσι, παρέα με τους ήρωες που φτιάχνει. Όμως, αν μπορούσαμε να τον κάνουμε να καταλάβει πόσα χάνει εκεί έξω, στον πραγματικό κόσμο, θα ήταν χαρούμενος στ’ αλήθεια, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, όχι χαρούμενος έτσι ψεύτικα όπως είναι τώρα!

Και καθώς η Άντα έλεγε δυνατά τους συλλογισμούς της κατάλαβε έτσι αυθόρμητα τι εννοούσε η βραχνή φωνή όταν της είπε να ακούσει την σιωπή! Κατάλαβε πως όλος αυτός ο ντόρος από τα χτυπήματα στο πληκτρολόγιο, από τις μάχες που έδιναν οι πολεμιστές του κάστρου έκρυβαν την μοναξιά και την απομόνωση του Ανδρέα. Και έκανε τόσο θόρυβο αυτή η μοναχική του συνύπαρξη με τα πλήκτρα που η Άντα έπρεπε να σκαρφιστεί κάτι για να το αλλάξει!

Και σκέφτηκε πολύ γρήγορα.

Με την φίλη της πλέον την Μιμή και όλη την υπόλοιπη παρέα, συνωμότησαν ώστε, στο επόμενο μεγάλο χτύπημα των πλήκτρων από τον Ανδρέα, να ανασύρουν από την μνήμη, και να εμφανίσουν στην οθόνη, μια φωτογραφία του να παίζει με τον σκύλο του, που τώρα τεμπέλιαζε στα πόδια του, και τον κολλητό του, στην θάλασσα χαρούμενοι! Θα την άφηναν εκεί για ένα λεπτό, θα μπλόκαραν όλο το σύστημα και μετά από αυτό θα τερμάτιζαν παντελώς την λειτουργία του παλ τοπ.

Η ώρα αυτή δεν άργησε!

Μόλις ο Ανδρέας εκνευρίστηκε και χτύπησε με μανία το πληκτρολόγιο, εμφανίστηκε η ευτυχισμένη φωτογραφία του, και τότε τα πάντα έπαψαν να λειτουργούν. Ο Ανδρέας έμεινε να την κοιτάει, στην αρχή με ένταση αλλά καθώς περνούσε η ώρα με νοσταλγία! Κοίταγε μία την φωτογραφία, μία τον σκύλο του, και τότε οι εικόνες στον μυαλό του άλλαξαν με μιας. Άφησε τον κόσμο της οθόνης του και έτρεξε έξω στον πραγματικό κόσμο να παίξει και να χαρεί την ζωή!!

Κων/να Κουτσοδήμου

(Εκπαιδευτικός)

Σχόλια

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *