Νούι και Νέφελ

Το παραμύθι μας ξεκινάει από ένα μαγικό δάσος, όπου εκεί υπήρχαν διάφορα ζώα
και το μέρος αυτό ήταν γνωστό σε όλους ως η χώρα του Άλια. Λοιπόν στο μέρος αυτό
μπορούσες να φτάσεις μόνο διασχίζοντας τον μεγάλο ωκεανό, ενώ όλα τα ζώα που
ζούσανε εκεί δεν τολμούσανε να μπουν στη θάλασσα και να δούνε τον κόσμο πέρα από
αυτή, εκτός από ένα μικρό παπάκι που ήθελε τόσο πολύ να ταξιδέψει και να δει τον κόσμο.
Το παπάκι αυτό το λέγανε Νούι.
Κάθε φορά που το παπάκι μας ο Νούι, συζητούσε με τους φίλους του πόσο ήθελε να
ταξιδέψει εκείνοι γελούσανε και του λέγανε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να
τα καταφέρει. “ -Νούι, είσαι τόσο μικρός και ο ωκεανός τόσο μεγάλος, πως εσύ θα φτάσεις
να δεις τον κόσμο”. “Χα χα χα”, γελάσανε ο κάστορας, η αλεπού αλλά και μια μικρή
σαρδέλα που άκουγε τη συζήτηση από τη θάλασσα, λίγο πιο δίπλα. Ο Νούι, κατέβασε το
κεφαλάκι του και έφυγε σκεπτικός για το σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή, αλλά και για το
υπόλοιπο της μέρας, το μυαλό στριφογυρνούσε σε τέτοιες στενάχωρες σκέψεις. “ -Κανείς
δεν μπορεί να να ξέρει τι μπορώ να καταφέρω”, αναφώνησε πριν κλείσει τα μάτια του και
τελικά πέσει για ύπνο.
Την επόμενη μέρα, αποφάσισε να ξεκινήσει το ταξίδι, κι ας μην είχε ολοκληρώσει
όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες γι’ αυτό. Αφού χαιρέτησε λοιπόν, τους φίλους του και
παρόλο που εκείνοι συνέχιζαν να του λένε πως δεν πρόκειται να τα καταφέρει και πως οι
κίνδυνοι ενός τέτοιου ταξιδιού είναι μεγάλοι, ο Νούι τους χαμογέλασε και δίνοντας ένα
σάλτο βρέθηκε στη θάλασσα.
Ήταν τόσο χαρούμενος που επιτέλους τα κατάφερε και έβλεπε τον ωκεανό από
κοντά κι όλα ήταν όπως τα είχε σκεφθεί. “ -Έπρεπε να με βλέπουν τα ζωάκια στο δάσος,
που λέγανε πως δεν μπορώ να τα καταφέρω”, σκέφτηκε και συνέχισε να κολυμπά. Το
βράδυ μόλις έπεσε το φως του ήλιου, ήταν ακόμη πιο όμορφα. Ένιωθε πανευτυχής που
έβλεπε το φεγγάρι τόσο κοντά και τα αστεράκια, αχ αυτά τα αστεράκια.
Όμως ξαφνικά μεγάλα σύννεφα κάλυψαν τα πάντα, ξεκίνησε δυνατή βροχή κι ο Νούι
άρχισε να κρυώνει. “-Μπόρα, είναι θα περάσει..”, μονολόγησε. Η βροχή όμως συνέχιζε
αδιάκοπα, δυνατοί άνεμοι στριφογύριζαν το μικρό μας παπάκι και τότε ξεκίνησαν μεγάλα
κύματα. “-Ωχ, τι θα κάνω τώρα; Δεν πρέπει να τα παρατήσω”, κι έτσι συνέχισε να κολυμπά
όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ακόμη ένα τεράστιο κύμα, τον πήγε πίσω και ξανά μπροστά
μέχρι που το σκέπασε ολόκληρο και μεμιάς βρέθηκε ξανά πίσω, τότε ο Νούι ήθελε να τα
παρατήσει μα σκέφτηκε την μαμά του, που πάντα του έλεγε να προσπαθεί να ξεπερνάει
κάθε δυσκολία, και έτσι μάζεψε όση δύναμη του είχε απομείνει και λίγο-λίγο βρέθηκε
μακρυά από την καταιγίδα. “-Γιούχου”, φώναξε δυνατά και χοροπήδησε μέσα στη
θάλασσα, “ τα κατάφερα, τα κατάφερα”. Ότι ξημέρωνε και έβγαινε ο ήλιος κι η θάλασσα
πλέον ήταν τόσο γαλήνια κι ο Νούι τόσο κουρασμένος, που χωρίς να το καταλάβει καλά-
καλά αποκοιμήθηκε μέχρι που κάτι τον σκούντησε… “-Χμ, τι έγινε”, πετάχτηκε
αναστατωμένος κι είδε μπροστά του μια βαρκούλα με έναν πολύχρωμο παπαγάλο μέσα
της. “-Συγνώμη, αν σε τρόμαξα”, είπε ο παπαγάλος, “ με πήρε κι εμένα ο ύπνος κι
βαρκούλα μου δεν σε είδε. -Χι,χι”, γέλασε ο Νούι, “πως να με δει η βαρκούλα, οι βάρκες
δεν έχουν μάτια. Τι κάνεις όμως εσύ, ένας παπαγάλος μέσα στη βάρκα; -Το όνομά μου
είναι Νέφελ και έχω όνειρο να γνωρίσω και να περάσω χρόνο με πειρατές. -Ουάου”, είπε ο
Νούι, “δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν ακόμα πειρατές, νομίζεις ότι υπάρχουν στα
αλήθεια; -Φυσικά και υπάρχουν, δεν έχεις ακούσει ιστορίες για αυτούς; Από που όμως
έρχεσαι, εσύ;”, τον ρώτησε ο παπαγάλος.
“-Εμένα με λένε Νούι και έρχομαι από ένα δάσος πολύ, πολύ μακριά, το δάσος Άλια
στο οποίο μπορείς να πας μόνο διασχίζοντας τον ωκεανό και πάντα είχα όνειρο να δω τον
κόσμο πέρα από τη θάλασσα. Μέχρι τώρα κανείς είχε τολμήσει να φύγει από το δάσος της
Άλια, σαν κάτι να τους κρατάει εκεί δεμένους και ούτε για μένα πίστευαν ότι θα φύγω, να
όμως που εγώ τελικά τα κατάφερα. Στην αρχή βέβαια έπεσα πάνω σε μια μεγάλη
καταιγίδα, όμως και πάλι τα κατάφερα”. “-Σίγουρα όλα αυτά θα άρεσαν και στους
πειρατές”, είπε ο Νέφελ, “-Τι λες, θέλεις να ανέβεις στη βάρκα μου και να ψάξουμε να τους
βρούμε παρέα;” “Χμμ, ωραία ιδέα, ακόμη μια περιπέτεια για μένα” και τσουπ ο Νούι
ανέβηκε στη βαρκούλα. “- Εδώ έχω μια πυξίδα, κιάλια και μια σφυρίχτρα, εγώ λοιπόν θα
κρατάω την πυξίδα κι εσύ Νούι θα έχεις τα κιάλια και τη σφυρίχτρα. Οπότε όταν
εντοπίσεις τους πειρατές, θα σφυρίξεις δύο φορές και εγώ θα σε πετάξω ψηλά στον αέρα
για να μας δουν”. “-Πολύ μου αρέσει”, αναφώνησε το μικρό παπάκι και έτσι συνέχισε το
όμορφο ταξίδι των δύο φίλων μας.
Πέρασε μια βδομάδα και ο Νούι με τον Νέφελ περιμένανε ακόμη για τους πειρατές.
“-Καλέ μου φίλε” είπε το παπάκι, “νομίζω πως οι πειρατές μας ξεγέλασαν” “-Όχι, Νούι θα
έρθουν, να έχεις πίστη”. Και να που που στο απέραντο γαλάζιο φάνηκε να ξεπροβάλλει
ένα πλοίο. Ο Νούι το είδε αμέσως με τα κόκκινα γυαλιστερά του κιάλια και αμέσως
σφύριξε. “-Ήρθανε οι πειρατές, ήρθανε οι πειρατές!!” Ο Νέφελ σηκώθηκε και πέταξε
ψηλά το Νούι, τραγουδώντας δυνατά το αγαπημένο τραγούδι των πειρατών. “-Βίρα πότζι,
βίρα πότζι”, τραβήξτε την άγκυρα πιο δυνατά ήχησαν οι φωνές από το πειρατικό καράβι
και ευθύς φτάσανε στη βαρκούλα των μικρών μας φίλων. “-Μα τα χίλια κοχύλια”, είπε ο
πειρατής Μαργαριτόνε, “δεν το περιμείναμε να ξέρετε το τραγούδι μας!!!”, “-Μα τόσο
καιρό, ανυπομονούσαμε να δούμε από κοντά” είπε ο Νέφελ. “-Λοιπόν, εγώ και η παρέα
μου χρειαζόμαστε μια μικρή βοήθεια για μια αποστολή, τι λέτε να μας δώσετε ένα χεράκι
βοήθειας;” “-Αυτό θα ήταν φανταστικό.”, ακόμη μια περιπέτεια για μένα και τον Νούι,
σκέφτηκε ο Νέφελ. “-Όμως τι αποστολή είναι αυτή;” “-Πρέπει να πάμε σε ένα δάσος και
να σώσουμε τα ζώα που ζουν εκεί, από μια κακιά νεράιδα γιατί τα έχει μαγέψει και δεν τα
αφήνει να φύγουν” “-Δεν το πιστεύω”, είπε ο Νούι, “μήπως το μέρος αυτό είναι το δάσος
Άλια;” “-Ναι, αποκρίθηκε ο πειρατής, πώς το ξέρεις το μέρος αυτό;” “-Μα εκεί είναι το
σπίτι μου, από εκεί ξεκίνησαν όλα, όταν κανείς δεν ήθελε να φύγει και μόνο εγώ τα
κατάφερα”. “-Αυτό συνέβη γιατί η νεράιδα Θέκλις τους κρατάει αιχμάλωτους, σε εσένα
όμως Νούι δεν έπιασαν τα μάγια και τώρα θα προσπαθήσουμε όλοι μαζί να τους
σώσουμε”, συνέχισε ο Νέφελ. “-Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν έφευγαν ποτέ από εκεί και
δεν πίστεψαν ότι μπορώ να τα καταφέρω. Τι λέτε, πάμε να τους σώσουμε;” “- Φυσικά και
θα πάμε.” συμφώνησαν οι πειρατές και ο Νέφελ. “-Το σχέδιό μας πρέπει να είναι γρήγορο
και αποτελεσματικό. Θα φτάσουμε βράδυ στο δάσος, που η νεράιδα θα κοιμάται” είπε ο
πειρατής Μαργαριτόνε και συνέχισε “εσύ Νέφελ θα πετάξεις στο παράθυρο της
κρεβατοκάμαρας και θα της ρίξεις αυτή τη μαγική σκόνη που σε κάνει να γελάς. Έτσι η
νεράιδα θα αρχίσει να γελάει τόσο δυνατά που τα μάγια θα λυθούν για λίγο και εμείς με
τον Νούι θα βάλουμε τα όλα ζώα μέσα στο πλοίο για να μπορέσουν να φύγουν μακριά από
το μαγεμένο δάσος της Άλια”.
Αφού λοιπόν τα συμφώνησαν, ευθύς βάλανε πλώρη για το δάσος. Πράγματι όλα
πήγανε όπως τα είχαν σχεδιάσει και χωρίς απρόοπτα φτάσανε βράδυ στο μαγεμένο δάσος.
Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα, ο Νέφελ πέταξε στο δωμάτιο της νεράιδας και την πασπάλισε με
τη μαγική σκόνη του γέλιου και τότε μια αχτίδα φωτός έλαμψε πάνω από τα κεφαλάκια
των ζώων.
“-Σας παρακαλώ μη με πειράξετε”, είπε η νεράιδα “δεν είμαι κακή όπως νομίζετε,
απλώς ήθελα να έχω παρέα γιατί το δάσος αυτό πριν πολλά χρόνια ήταν μοναχικό και δεν
μου άρεσε καθόλου να ζω εδώ”. “-Δεν πρόκειται να σε πειράξουμε”, είπε ο πειρατής στη
νεράιδα, “αλλά και εσύ θέλουμε να μας υποσχεθείς πως θα αφήσεις ελεύθερα τα ζωάκια
του δάσους να μπορούν κι αυτά να ταξιδέψουν πέρα από τον ωκεανό”. Η νεράιδα μας
κάνοντας ένα νεύμα άνοιξε τον ορίζοντα και όλα τα ζωάκια πλέον μπορούσαν να δούνε
πέρα από την θάλασσα και ήταν τόσο μα τόσο χαρούμενα!!! “-Αχ Νούι, σου οφείλουμε μια
μεγάλη συγνώμη που δεν πιστέψαμε σε εσένα και εσύ που είσαι τόσο καλόκαρδος ήρθες
με τους καινούριους σου φίλους να μας βοηθήσεις. Σε ευχαριστούμε, Νούι!!!” Συγκινημένο
το μικρό μας παπάκι αφού τους αγκάλιασε όλους, απευθύνθηκε στον πειρατή
Μαργαριτόνε λέγοντάς του “-Νομίζω ότι είναι ώρα να σαλπάρουμε για την επόμενη
περιπέτειά μας, τι λέτε φίλοι μου;” “-Γεχεγεχεχεχε!!!”, φωνάξανε όλοι μαζί. Και να σας πω
ένα μυστικό; Κάθε μήνα φτάνανε στο δάσος με εκπλήξεις και δώρα για την νεράιδα Θέκλις
και την κάνανε τόσο ευτυχισμένη!!

ένα παραμυθάκι από την
Ευαγγελία Βούζα

Σχόλια

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *