Η καρδιά με το μαγικό σακίδιο

Σε ένα δάσος μαγικό, όπου τα δέντρα ψιθύριζαν μυστικά και τα λουλούδια έλαμπαν με χρώματα ουράνιου τόξου, ζούσε μια ξεχωριστή καρδιά. Όχι μια συνηθισμένη καρδιά, αλλά μια καρδιά με μάτια που έλαμπαν από καλοσύνη και υπήρχε κάτι που δεν αποχωριζόταν ποτέ: ένα μεγάλο σακίδιο.

Το σακίδιο της ήταν γεμάτο μικρές, λαμπερές καρδιές, καθεμία από τις οποίες είχε τη δύναμη να θεραπεύει τις πληγωμένες ψυχές. Μάθαινε νέα από τον κόσμο, πόλεμοι, θάνατοι, λιμοί σεισμοί καταποντισμοί.

Μια μέρα σηκώθηκε, πλύθηκε, χτενίστηκε έσιαξε μαλλιά και βλεφαρίδες και είπε δυνατά στον καθρέφτη της: Ουφ δεν αντέχω άλλο να κάθομαι εδώ στο δάσος και να σκέφτομαι κάθε μέρα τι να κάνω με τις καρδιές μέσα στο σακίδιο μου. Έσκασαν κι αυτές και θέλουν να βγουν έξω. Θα τις μοιράσω στον κόσμο, ο κόσμος αυτός πρέπει να αλλάξει!» Έτσι η Καρδιά είχε μια αποστολή: να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να διαδώσει την ενσυναίσθηση και την αγάπη.

Δρόμο πήρε δρόμο άφησε, πέρασε βουνά λαγκάδια πολιτείες και χωριά. Σε μια πολιτεία που έκατσε να ξεκουραστεί εκεί συνάντησε τρεις δράκους. Ήταν μεγαλόσωμοι, σχεδόν της έκρυβαν τον ήλιο, τριχωτοί, με μεγάλα μάτια, μεγάλα στόματα και μεγάλες ουρές. Φοβήθηκε. Την περιτριγύρισαν, την μύρισαν, την ακούμπησαν στα μαλλιά αλλά δεν της έκαναν κακό. «Περίεργο» σκέφτηκε η Καρδιά. Όλα τα παραμύθια μιλάν για δράκους κακούς με φλόγες, που σου κάνουν κακό λένε τα παραμύθια», σκέφτηκε. Δεν ήταν οι τρομεροί δράκοι που συναντάμε στα συνηθισμένα παραμύθια. Αυτοί οι δράκοι ήταν πληγωμένοι και φοβισμένοι. Σαν είδε η Καρδιά ότι δεν την πείραξαν, πήρε θάρρος και τους ρώτησε: «Μα τι σόι δράκοι είστε εσείς μωρέ; Είστε σίγουρα δράκοι;» Και αυτοί ένας ένας απάντησαν: «Εγώ φοβάμαι το σκοτάδι» είπε ο ένας, «Εγώ νιώθω μόνος» είπε ο άλλος, «Εγώ θυμώνω εύκολα είπε ο επόμενος.

Η Καρδιά τους άκουσε προσεχτικά και τους πλησίασε με κατανόηση. Τους έδειξε την αξία της ενσυναίσθησης. Τους χάρισε μικρές καρδιές από το σακίδιό της και τους βοήθησε να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους. Ο δράκος που φοβόταν το σκοτάδι, όταν πήρε την καρδιά, αμέσως άρχισε να βλέπει την ομορφιά των αστεριών, ο δράκος που ένιωθε μόνος, έκανε φίλους, και ο δράκος που θύμωνε, έμαθε να εκφράζει τα συναισθήματά του με αγάπη. Τους χαιρέτησε αγκαλιάστηκαν και η Καρδιά συνέχισε το ταξίδι της.

Στο δρόμο της, η Καρδιά συνάντησε και ανθρώπους. Κάποιοι φοβούνταν τις μικρές καρδιές της, άλλοι τις παρεξηγούσαν και άλλοι τις απέρριπταν. Ένας άνθρωπος προσπάθησε να φάει μια καρδιά, νομίζοντας ότι ήταν γλυκό. Άλλος την κράτησε ανάποδα, χωρίς να καταλάβει την αξία της. Κι άλλος φοβήθηκε να την κρατήσει, επειδή φοβήθηκε την αγάπη.

Η Καρδιά, με υπομονή και αγάπη, τους έδειξε πώς να χρησιμοποιούν τις καρδιές για να συνδεθούν με τους άλλους. Κάθε φορά που χάριζε μια καρδιά, ενδυναμωνόταν και η ίδια. Έμαθε ότι η αγάπη και η ενσυναίσθηση είναι αμοιβαίες και ότι μπορούν να μεταμορφώσουν τον κόσμο.

Μετά από καιρό, το σακίδιο της Καρδιάς άδειασε. Είχε χαρίσει όλες τις μικρές καρδιές της. Αλλά η καρδιά της ήταν γεμάτη χαρά και ικανοποίηση. Είχε αλλάξει τον κόσμο, ένα βήμα τη φορά, με την αγάπη και την ενσυναίσθησή της.

Και έτσι, η Καρδιά επέστρεψε στο μαγικό δάσος, όπου τα δέντρα ψιθύριζαν ιστορίες αγάπης και τα λουλούδια έλαμπαν πιο φωτεινά από ποτέ.

Πέρασαν τα χρόνια και εκεί που ζούσε η Καρδιά έγινε ένα καταπράσινο δέντρο που αντί για φύλλα έχει καρδιές.

Λένε πως ακόμα πηγαίνει κόσμος και παίρνει και από μια καρδιά από το καρδουλόδεντρο, μα μόλις κόψουν μια καρδιά τσουπ βγαίνει μια άλλη.

Ήμουν κι εγώ εκεί και πήρα μια καρδιά κόκκινη.

 

Ευαγγελία Θεοδωρίδου

Σχόλια

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *