Η γεύση της φιλίας
Στην κουζίνα του σπιτιού της, η Βανέσα κοιτούσε σκεπτική τον ανανά που η μαμά της είχε ακουμπήσει στον πάγκο. Ήταν ένα περίεργο φρούτο, σκληρό, γεμάτο μυτερά αγκάθια και χοντρή φλούδα. Δεν έμοιαζε καθόλου με τα μήλα ή τις μπανάνες που έτρωγε συνήθως.
«Δοκίμασε, είναι γλυκός!» είπε η μαμά της και της έδωσε ένα ζουμερό κομμάτι.
Η Βανέσα το έφερε κοντά στη μύτη της. Μύριζε καλοκαίρι, ήλιο και κάτι εξωτικό. Με μια μικρή διστακτικότητα, το έβαλε στο στόμα της. Και τότε… μια γλυκιά, απροσδόκητη γεύση πλημμύρισε τη γλώσσα της! Ο ανανάς ήταν απίστευτα ζουμερός, τόσο γλυκός και δροσερός σαν να έκρυβε μέσα του ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Αναστενάζοντας από ευχαρίστηση, σκέφτηκε: «Πω πω, πόσο νόστιμος είναι αυτός ο ανανάς!»
Αλλά αμέσως μετά, σκέφτηκε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Καθώς απολάμβανε το φρούτο της, θυμήθηκε τον νέο της συμμαθητή, τον Εμάνουελ, που είχε έρθει από μια μακρινή χώρα της Αφρικής. Ο Εμάνουελ ήταν ψηλός, με κόκκινα μεγάλα χείλη, λαμπερό καφέ δέρμα και με πλεγμένα κοντά κοτσιδάκια στα μαλλιά του.
Στην αρχή, ο Εμάνουελ φαινόταν σοβαρός και κάπως απόμακρος. Καθόταν μόνος του και κανένα από τα παιδιά του σχολείου δεν τον πλησίαζε. Ήταν για εμάς πολύ διαφορετικός. Ένα «εξωτικό φρούτο.» Μια μέρα, ενώ όλοι είχαν βγει για διάλειμμα, εκείνος καθόταν ακόμη μέσα στην τάξη. Τον είδα να έχει μαζί του μια φωτογραφία και να την κρατάει σφιχτά μέσα στην αγκαλιά του.
Για λίγο μου φάνηκε ότι έκλαιγε. Σαν να του έλειπε κάτι… Τον πλησίασα και τον είδα να είναι πολύ στενοχωρημένος. Τον ρώτησα: «Εμάνουελ,τι σου συμβαίνει;»
Πλησίασα για να δω καλύτερα. Στη φωτογραφία υπήρχε μια οικογένεια. Η μαμά, ο μπαμπάς, ένα μικρό αγόρι -ο Εμάνουελ-! και ένας παιχνιδιάρης σκύλος με όμορφο τρίχωμα. Όλοι τους τόσο χαρούμενοι! Ο Εμάνουελ, μου εξήγησε με τα σπαστά ελληνικά του, ότι ήρθε μόνος με τη μαμά του εδώ και πως του έλειπε τόσο πολύ η παλιά του ζωή.
Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα τι πραγματικά του συνέβαινε. Το παιδί που πιστεύαμε απόμακρο ήταν το πιο γλυκό και τρυφερό όλου του κόσμου!.
«Ο Εμάνουελ είναι σαν τον ανανά!» σκέφτηκα. «Από έξω είναι σκληρός και δύσκολος να τον προσεγγίσεις, σαν τη φλούδα του ανανά, αλλά μέσα του είναι γεμάτος γλύκα και ζεστασιά, σαν τη σάρκα του.»
Εκείνη την ώρα θυμήθηκε πως το ταπεράκι της είχε δύο ροδέλες από το χθεσινό ανανά.
«Δοκίμασέ το, Εμάνουελ.» Είναι φρούτο από τη μακρινή χώρα του ανανά. Είναι σκληρός απ’ έξω, αλλά γλυκός και ζουμερός μέσα!» Ο Εμάνουελ την κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Ξέρεις…» είπε χαμογελώντας διστακτικά ο Εμάνουελ, «στην Αφρική έχουμε τους πιο γλυκούς ανανάδες!»
Η Βανέσα γέλασε. «Τότε θα μου πεις αν και αυτός είναι καλός!»
Ο Εμάνουελ πήρε το κομμάτι και χαμογέλασε πλατιά.
«Είναι τέλειος!» της είπε.
Η Βανέσα χαμογέλασε και του απάντησε: «Ακριβώς! Και ξέρεις, όλοι οι άνθρωποι είναι σαν τον ανανά. Όταν τους γνωρίζεις καλύτερα, ανακαλύπτεις ότι μέσα τους κρύβεται μια γλυκιά καρδιά.»
Ο Εμάνουελ σκέφτηκε λίγο και με ένα μεγάλο χαμόγελο, συμφώνησε: «Ναι,νομίζω πως έχεις δίκιο. Όλοι έχουμε τη σκληρή πλευρά μας, αλλά όταν ανοίξουμε την καρδιά μας, γινόμαστε όλοι τόσο γλυκοί.»
Η Βανέσα και ο Εμάνουελ έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Από εκείνη τη μέρα,μάθαιναν μαζί, γελούσαν, έπαιζαν και περνούσαν όμορφα, δείχνοντας στους άλλους ότι η αληθινή ομορφιά κρύβεται στην καρδιά και όχι στην εξωτερική εμφάνιση.
Έτσι, η Βανέσα έμαθε πως οι άνθρωποι, όπως και οι ανανάδες, μπορεί να φαίνονται σκληροί και απόμακροι στην αρχή, αλλά αν τους γνωρίσεις, θα συναντήσεις μια μαλακή και γλυκιά καρδιά.
Μαρία – Ραφαέλα Γκούμα
Δασκάλα
