Σχολικός εκφοβισμός. Γιατί δεν σταματά;
Γράφει, η Πελιώ Παπαδιά
Αποδίδω την «επιμονή» του σε βαθιά ριζωμένους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, στους περιορισμούς των προγραμμάτων πρόληψης, στην εμφάνιση και άνοδο του διαδικτυακού εκφοβισμού και στις συστημικές αποτυχίες αντιμετώπισης των βαθύτερων αιτίων της επιθετικής συμπεριφοράς
Με αφορμή την Πανελλήνια Ημέρα κατά του σχολικού εκφοβισμού (bullying), μοιράζομαι κάποιες σκέψεις για το φαινόμενο.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο σχολικός εκφοβισμός αποτελεί ένα άλυτο κοινωνικό πρόβλημα. Παρά τις προσπάθειες για να μειωθεί, αν όχι να εξαφανιστεί, παρά τα χρόνια συζητήσεων, εκστρατειών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων που στοχεύουν στην εξάλειψή του, το bullying στα σχολεία παραμένει έντονα παρόν.
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Γιατί το bullying παραμένει ολοζώντανο παρά την εκτεταμένη ευαισθητοποίηση και τις προσπάθειες καταπολέμησής του από γονείς, εκπαιδευτικούς και Πολιτεία; Αποδίδω την «επιμονή» του σε βαθιά ριζωμένους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, στους περιορισμούς των προγραμμάτων πρόληψης, στην εμφάνιση και άνοδο του διαδικτυακού εκφοβισμού και στις συστημικές αποτυχίες αντιμετώπισης των βαθύτερων αιτίων της επιθετικής συμπεριφοράς –η Ελλάδα βρίσκεται, άλλωστε, σε πολύχρονη οικονομικοκοινωνική κρίση, που όχι μόνο δεν επιτρέπει την εκρίζωση της βίας, αλλά μάλλον την ενισχύει.
Ανθρώπινη φύση
Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι ο εκφοβισμός είναι κομμάτι της ανθρώπινης συμπεριφοράς, που απορρέει από πολύπλοκες ψυχολογικές και κοινωνικές δυναμικές. Τα παιδιά-θύτες παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά λόγω προσωπικών ανασφαλειών, που συνήθως πηγάζουν από άλυτα οικογενειακά τραύματα. Οι bullies, είτε φοιτούν στο νηπιαγωγείο είτε στην τελευταία τάξη του λυκείου, αισθάνονται την ανάγκη να επιβληθούν στο σχολικό τους περιβάλλον διά της βίας για να καλύψουν ψυχικά κενά.
Ποια μπορεί να είναι αυτά; Αμέτρητα, που ιδανικά θα έπρεπε να εξετάζονται κατά περίπτωση, αν όλα τα σχολεία παρείχαν πλήρη ψυχοκοινωνική υποστήριξη στους μαθητές τους. Είναι καλό να θυμόμαστε ότι κοινωνικές ιεραρχίες υπάρχουν σχεδόν σε κάθε περιβάλλον και ότι ο εκφοβισμός αποτελεί μέσο ενίσχυσης των δομών εξουσίας. Η ανάγκη ορισμένων μαθητών για κυριαρχία και έλεγχο – πυροδοτημένη συνήθως από το οικογενειακό περιβάλλον, συχνά χωρίς οι γονείς να αντιλαμβάνονται το γιατί– τροφοδοτεί την εκφοβιστική συμπεριφορά τους προς τους συμμαθητές τους.
Επιπλέον, ο εκφοβισμός ως «έγκυρη» και αποδεκτή συμπεριφορά, ενισχύεται από τις απεικονίσεις της επιθετικότητας ως κανονικότητας στα ΜΜΕ και στα ΜΚΔ, στον δημόσιο λόγο εν γένει. Ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι ως πρόσφατα, η σκληρότητα και η επιβολή ως συμπεριφορές ήταν προτιμητέες από την καλοσύνη και την ενσυναίσθηση, τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο. Ναι μεν αυτού του είδους η διαπαιδαγώγηση θεωρείται πλέον επικίνδυνη και ξεπερασμένη, αλλά τούτο δεν έχει γίνει κατανοητό ή αποδεκτό από το σύνολο της κοινωνίας. Τα παιδιά συχνά μαθαίνουν και βέβαια μιμούνται εκφοβιστικές συμπεριφορές από το περιβάλλον τους: Σπίτι, σχολείο και pop culture (επιδραστικά δημόσια πρόσωπα, σειρές, ταινίες, παιχνίδια κ.ά), συνεχίζουν αναπαράγουν διαγενεακά τον κύκλο της επιθετικότητας με αμέτρητους τρόπους.
Εκπαιδευτικά προγράμματα και βιβλία
Παρόλο που εκπαιδευτικά προγράμματα και εκστρατείες κατά του εκφοβισμού εφαρμόζονται παγκοσμίως εδώ και δεκαετίες, παρόλο που κυκλοφορούν χιλιάδες βιβλία για παιδιά κάθε ηλικίας που αποδομούν τον εκφοβισμό, η αποτελεσματικότητά τους παραμένει περιορισμένη. Οι περισσότερες δράσεις, μια και λαμβάνουν χώρα στον σχολικό χώρο, επικεντρώνονται στην ευαισθητοποίηση αντί να αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια του εκφοβισμού, μοναδικά για κάθε παιδί. Μολονότι η ενημέρωση είναι υψίστης σημασίας και είναι απαραίτητο να ξεκινάει εξ απαλών ονύχων, μοιάζει πως δεν αρκεί προκειμένου να προληφθούν φαινόμενα σχολικής βίας. Εντωμεταξύ, παρατηρείται ότι τα σχολεία συχνά υιοθετούν αντιδραστικές και σπασμωδικές προσεγγίσεις, όταν συμβεί ένα επεισόδιο, αντί να φροντίζουν να το εμποδίσουν ή να το σταματήσουν εν τη γενέσει του.
Σκεφτείτε ακόμα το ακόλουθο: Πώς γίνεται ένα εντελώς απαξιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα να γίνει σεβαστό και να οδηγήσει μαθητές και γονείς να συνεργαστούν με δασκάλους και καθηγητές προκειμένου να υπάρξει μια ξεκάθαρη οριοθέτηση των αποδεκτών συμπεριφορών; Όταν τα εκπαιδευτικά προγράμματα γίνονται αντιληπτά ως ευκαιρία για την αποφυγή μαθήματος, πώς «νομιμοποιούνται» στη συνείδηση των εμπλεκομένων ως γνώση/μάθηση/κώδικας συμπεριφοράς; Το σύστημα είναι τιμωρητικό ή σωφρονιστικό; Η αποβολή ή η αλλαγή περιβάλλοντος, συχνές συνέπειες για τους θύτες, βοηθούν σε κάτι ή, αντιθέτως, πυροδοτούν ακόμα πιο επιθετικές συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, αντί να επικεντρώνονται στους ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που προκαλούν τη βία, οι περισσότερες σχολικές δομές εφαρμόζουν μέτρα που δεν αποτρέπουν αλλά ενισχύουν τη συνεχιζόμενη εκφοβιστική συμπεριφορά.
Τα θύματα εκφοβισμού αισθάνονται ότι η απλή αναφορά περιστατικών δεν αποφέρει αποτελέσματα, καθώς οι συνέπειες για τους εκφοβιστές είναι ελάχιστες ή αναποτελεσματικές – και μάλλον επικίνδυνες για τα ίδια. Κάρφωσαν; Θα τιμωρηθούν περισσότερο. Έτσι δεν καταγγέλλουν και παραμένουν ανήμπορα και απομονωμένα. Αυτό ισχύει και για τα παιδιά-θεατές. Φοβούνται να στηρίξουν. Φοβούνται να καταγγείλουν. Ρίχνουν το βλέμμα τους αλλού και εύχονται να μη βρεθούν στη θέση των συμμαθητών τους.
Διαδίκτυο
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως ένας παράγοντας που ενίσχυσε τον σχολικό εκφοβισμό είναι η ραγδαία αύξηση της χρήσης οθονών από τα παιδιά ως βασικού μέσου επικοινωνίας μεταξύ τους ήδη από το δημοτικό. Αυτή γέννησε τον διαδικτυακό εκφοβισμό, επεκτείνοντας το φαινόμενο και στον ψηφιακό κόσμο, που δεν σταματάει με το χτύπημα του κουδουνιού για το σχόλασμα. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός επιτρέπει στους θύτες να παρενοχλούν και να εκφοβίζουν άλλους επώνυμα ή και ανώνυμα, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη τη διαχείριση του φαινομένου.
Οι περισσότεροι ενήλικοι δεν έχουν κατακτήσει τον ψηφιακό εγγραμματισμό που απαιτείται για να προστατέψουν τα παιδιά και τους μαθητές τους, ενώ ούτε οι ίδιοι οι μαθητές διδάσκονται (π.χ. στο μάθημα της πληροφορικής) καλές πρακτικές επί της διαδικτυακής επικοινωνίας, ώστε να μην παγιδεύονται σε απειλές και εκβιασμούς. Το διαδίκτυο παρέχει στον θύτη τη δυνατότητα για αδιάκοπο bullying όλο το εικοσιτετράωρο. Έτσι, τα θύματα παρουσιάζουν συχνότερα ψυχικές διαταραχές, όπως κατάθλιψη, άγχος, αυτοτραυματισμούς, αυτοκτονικές σκέψεις κ.ά., καθώς δεν αισθάνονται ασφάλεια πουθενά.
Οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας
Η ελληνική κοινωνία έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που δεν βοηθούν στην εξάλειψη του φαινομένου. Η «ελληνική οικογένεια», αν και συχνά προστατευτική, συνήθως σιωπά ή παρουσιάζει άρνηση της πραγματικότητας. Σε πολλές περιπτώσεις, οικογένειες θυμάτων τα αποθαρρύνουν από το να μιλήσουν, είτε λόγω του φόβου στιγματισμού είτε λόγω της κουλτούρας της σιωπής, ιδιαίτερα σε μικρές κοινότητες. Αντίστοιχα, οικογένειες θυτών είναι είτε απούσες είτε δεν συνεργάζονται είτε ψεύδονται για το τι πραγματικά συμβαίνει στο νοικοκυριό τους.
Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, έντονες την τελευταία δεκαπενταετία, παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του σχολικού εκφοβισμού. Τα άτομα που προέρχονται από φτωχότερες οικογένειες συχνά βιώνουν αυξημένο στρες, ανασφάλεια και απογοήτευση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς ως μηχανισμού αντιμετώπισης μιας ζοφερής πραγματικότητας. Παράλληλα, η φτώχεια ενισχύει τις δυναμικές εξουσίας, καθώς τα παιδιά (και οι ενήλικοι) που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση είναι πιο ευάλωτα σε εκφοβιστικές συμπεριφορές. Η ιεραρχική δομή της ελληνικής κοινωνίας, που συχνά ενθαρρύνει την επιβολή εξουσίας, μπορεί να οδηγήσει σε ανεκτικότητα απέναντι σε επιθετικές συμπεριφορές. Μάλιστα, σε ορισμένα περιβάλλοντα, ο εκφοβισμός γίνεται αντιληπτός ως φυσικό μέρος της κοινωνικής εξέλιξης ή ακόμα και ως «δοκιμασία ενηλικίωσης» για τους νέους.
Η οικονομική ανασφάλεια επιβαρύνει την ψυχική υγεία, ενώ ταυτόχρονα οι οικογένειες με περιορισμένους πόρους δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες συμβουλευτικής ή άλλης θεραπείας. Αυτό συμβάλλει στη διαιώνιση του κύκλου του εκφοβισμού, καθώς τα θύματα ενδέχεται να μην έχουν τα εργαλεία για να αντιμετωπίσουν ή να ξεφύγουν από επιθετικά περιβάλλοντα.
Επιπλέον, η εκπαιδευτική ανισότητα μπορεί να περιορίσει τις ευκαιρίες ευαισθητοποίησης και πρόληψης, αφήνοντας πολλά παιδιά και εφήβους απροετοίμαστους για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Τέλος, η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης σε ζητήματα συναισθηματικής νοημοσύνης και η ελλιπής στήριξη των ψυχολογικών και κοινωνικών υπηρεσιών στα σχολεία δυσχεραίνουν περαιτέρω την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Τι μπορεί να γίνει;
Συμπερασματικά, οι πολιτικές και οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης μοιάζουν μάλλον με συμβολικές κινήσεις παρά με ουσιαστικές λύσεις. Τα παιδιά φτάνουν με βία στην εφηβεία και το παιχνίδι χάνεται τελείως καθώς προχωρούν οι τάξεις της δευτεροβάθμιας. Από τη στιγμή που δεν εφαρμόζονται ισχυρά και ολοκληρωμένα πολιτειακά μέτρα για την ουσιαστική καταπολέμηση του σχολικού εκφοβισμού, όσο και να προσπαθούν οι οικογένειες, μέσω συζητήσεων, βιβλίων ή άλλων πολιτιστικών προϊόντων, όσο και να προσπαθούν κάμποσοι εκπαιδευτικοί, με τα ίδια εργαλεία σε επίπεδο ομάδας, να καταπολεμήσουν το φαινόμενο, το bullying όχι μόνο θα συνεχίσει να υφίσταται, αλλά θα αγριέψει κιόλας.
Για την αποτελεσματική καταπολέμηση του σχολικού εκφοβισμού, απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη και πολυδιάστατη προσέγγιση. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να υπερβούν την απλή ευαισθητοποίηση και να ενδυναμώσουν όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως οικογενειακού περιβάλλοντος. Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο δράσης που θα εντοπίσει τις ψυχολογικές και κοινωνικές αιτίες του εκφοβισμού στην Ελλάδα του 2025 και θα δημιουργήσει tailor made πολιτικές, προκειμένου να μετατρέψει τα σχολεία (και τα σπίτια) σε ασφαλή περιβάλλοντα για όλους τους μαθητές. Αυτή τη στιγμή τούτο φαίνεται ουτοπικό. Αλλά οφείλουμε να το διεκδικήσουμε ως κοινωνία για τα παιδιά μας.
Ως τότε, κρίνεται απαραίτητη η καλλιέργεια μιας κουλτούρας ενσυναίσθησης και καλοσύνης, τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο. Η διδασκαλία της συναισθηματικής νοημοσύνης, της διαχείρισης συγκρούσεων και του σεβασμού από μικρή ηλικία μπορεί να βοηθήσει εν μέρει στην πρόληψη της ανάπτυξης εκφοβιστικών συμπεριφορών, κυρίως θωρακίζοντας ψυχικά εν δυνάμει θεατές και θύτες και αποδομώντας κάθε πράξη βίας.
