ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΣΤΟ ΡΑΦΙ του βιβλιοπωλείου “Η Γωνιά σου”
O Πέτρος Γαϊτάνος επισκέπτεται τα βιβλιοπωλεία και συζητά με τους ανθρώπους τους:
7η Κουβέντα στο ράφι του βιβλιοπωλείου “Η Γωνιά σου” με την Θεοδώρα Καραγιάννη.
“Η πιο ζεστή γωνιά στο Κερατσίνι είναι το βιβλιοπωλείο Η Γωνιά σου της Θεοδώρας Καραγιάννη στην οδό Προικοννήσου 56. «Πώς τα κατάφερε να βάλει μια γωνιά στο κέντρο μιας τόσο μεγάλης γειτονιάς;» αναρωτήθηκα. Μα γρήγορα κατάλαβα ότι αυτή η γυναίκα μπορεί να πετύχει τα πάντα, πάντα με ένα μεγάλο χαμόγελο. Σας μεταφέρω την κουβέντα μας…”

Π.Γ. Πες μου δυο λόγια για αυτήν εδώ τη Γωνιά σου…
Θ.Κ. Το μαγαζί ξεκίνησε από τη μαμά μου το 1982, όταν εγώ ήμουν 6 ετών. Η μαμά μου ήταν νοικοκυρά και μαζί με τον μπαμπά μου είναι δύο υπέροχοι άνθρωποι… Είμαι πολλή τυχερή… Ήταν πολύ φτωχοί και οι δύο. Ο μπαμπάς μου δεν τέλειωσε το δημοτικό, γιατί έπρεπε να δουλέψει. Πουλούσε κεράκια ξυπόλυτος στην Ανάσταση. Τη μαμά μου τη δώσανε για υιοθεσία όταν ήταν μικρή σε δύο πολύ καλούς ανθρώπους, χωρίς μεγάλη οικονομική άνεση. Είχαν ένα προσφυγικό σπιτάκι. Αγαπηθήκανε αυτοί οι δύο άνθρωποι, φτιάξανε την οικογένειά τους. Η μαμά μου πάντα ήθελε να κάνει κάτι, ο μπαμπάς μου είχε γίνει ναυτικός, ήτανε μπόμαν στα γκαζάδικα μα δεν του άρεσε γιατί του έλειπε η οικογένεια. Η μαμά μου θέλησε να βοηθήσει και σκέφτηκε τότε να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο, μαζί με δύο φίλες της. Αργότερα αυτές αποχώρησαν και έμεινε μόνη η μαμά μου με ένα πολύ μικρό βιβλιοπωλειάκι, το είχε βγάλει Γωνιά σου, στην πιο κάτω γωνία. Το σημερινό λογότυπο με το κειμενάκι από κάτω είναι το ίδιο από τότε, της μαμάς, και δεν θέλουμε να το πειράξουμε… Και οι βιτρίνες που έχουμε μέσα είναι από τότε. Εκείνη την πρώτη εποχή, θυμάμαι, απλώναμε στα ράφια τα βιβλία, τα βάζαμε αραιά αραιά, να φαίνονται πολλά! Δεν είχαμε, βλέπεις, την οικονομική δυνατότητα να βάλουμε πολλούς τίτλους… Μετά πήγε καλύτερα το μαγαζί… Τώρα σκέψου πως καλά καλά δεν προλαβαίνω να δω τα καινούρια βιβλία με την ταχύτητα που βγαίνουν. Λέω Παναγιά μου, τρομάζω ώρες ώρες… Γιατί εγώ στεναχωριέμαι πολύ όταν δεν ξέρω τι έχω…
Μετά, χτίστηκε αυτό που είμαστε τώρα, δεν θυμάμαι τι ήταν πριν. Οι ιδιοκτήτες ήταν φίλοι της μαμάς και του μπαμπά, γιατί εμείς είμαστε με ενοίκιο, και ήθελαν να μας το δώσουν όλο, μα οι δικοί μου δεν είχαν τα χρήματα να βάλουν εμπόρευμα σε ένα τόσο μεγάλο χώρο. Έτσι σήκωσαν ένα τοίχο, το χώρισαν στη μέση και νοίκιασαν το μισό. Παρέμεινε το όνομα Γωνιά σου, ήταν κι αυτό γωνιακό… Με τα χρόνια το βιβλιοπωλείο πήγε καλά, ώσπου γκρεμίσαμε τον τοίχο, πήραμε και το δίπλα κι έγινε αυτό που βλέπεις σήμερα. Όλα αυτά, τα φώτα, τα ράφια, τα ροδάκια και τα σταντ που είναι τα βιβλία τα έχει φτιάξει ο μπαμπάς μου. Ακόμα και τώρα μου λέει να πάρω ξύλα να σου φτιάξω έξω τα παγκάκια…
Π.Γ. Έρχονται πάντα οι γονείς σου εδώ;
Θ.Κ. Η μαμά μου έχει ένα πρόβλημα υγείας. Ο μπαμπάς μου, είναι τώρα 81, έρχεται. Μας βοηθάει, κάνει καμιά φορά delivery σε σχολεία. Δεν κατάφερε όμως στη ζωή του να σταματήσει τα ταξίδια στα καράβια, ακόμα κι όταν άνοιξε το μαγαζί. «Λευτέρη μου, τελειώσαν τα λεφτά», άκουγε κάθε τόσο κι έπρεπε πάλι να μπαρκάρει… Τελικά σταμάτησε όταν πήρε τη σύνταξη του ΝΑΤ. Η μαμά ήταν πάντα πολλή ενεργή. Κι εγώ, ήμουν τότε το παιδί για τις εξωτερικές δουλειές, μου άρεσε κυρίως να πηγαίνω στους εκδότες. Θυμάμαι μια φορά με είχε στείλει η μαμά στου Τζανακάκη, στο Πατάρι του Βιβλίου και μου είχε δώσει ο κύριος Λευτέρης ένα τριαντάφυλλο γιατί ήταν η Γιορτή της Γυναίκας. Μου έχει μείνει αυτό. Όταν αρρώστησε η μαμά και αναγκάστηκε να αποχωρήσει, το πήρα επάνω μου το μαγαζί και το έφερα περισσότερο στα μέτρα μου. Η μαμά είχε πιο πολύ παιχνίδι και λιγότερο βιβλίο κι εγώ το ανέπτυξα περισσότερο στην κατεύθυνση του βιβλίου. Έτσι φτάσαμε σε αυτό που βλέπεις σήμερα.
Π.Γ. Έχω την αίσθηση πως εσύ δεν σταματάς ποτέ… Τι άλλο θα ήθελες; Τι παραπάνω;
Θ.Κ. Νομίζω τα έχω όλα εδώ… Τι θα ήθελα; Να, ας πούμε, θα ήθελα να είμαι καλύτερα ενημερωμένη για τις πολλές μικρές καλές εκδόσεις που γίνονται. Συνήθως οι μικροί εκδότες δεν έχουν πωλητή κι εγώ δεν έχω το χρόνο, δεν προφταίνω να ψάξω να τους βρω. Στενοχωριέμαι, γιατί θέλω να είμαι ενημερωμένη για τα καλά βιβλία που βγαίνουν. Θα ήθελα ακόμη, θα ευχόμουν δηλαδή, να είχα μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους ώστε να αυξήσω το προσωπικό. Έχουμε βλέπεις και τη γραφική ύλη μαζί με άλλα πράγματα που βοηθάνε να κρατηθεί το μαγαζί, αλλά αυτά όλα χρειάζονται χρόνο και ανθρώπους. Εμένα μου αρέσει, το αγαπάω αυτό που κάνω και θέλω να είμαι εδώ, αλλά θα ήθελα να μπορέσουμε να κάνουμε πιο πολλά πράγματα.

Π.Γ. Έχω ακούσει ότι κάνεις καταπληκτικές εκδηλώσεις που μαζεύουν πολύ κόσμο…
Θ.Κ. Ναι, και τις περιμένει πια ο κόσμος, τις έχει μάθει. Φέτος το Σεπτέμβριο πολλά παιδάκια ερχόντουσαν και ρωτούσαν: «κυρία Θεοδώρα, πότε θα ξεκινήσετε, τι μας ετοιμάζετε;» «Τώρα παιδιά, σιγά σιγά, θα βγει ο Οκτώβρης και θα ξεκινήσουμε», απαντούσα. Το έχουν αγαπήσει πολύ και τα παιδάκια και οι γονείς. Έρχονται και από μακριά πια. Νίκαια, Κορυδαλλό, σκέψου πως έχουν έρθει ακόμα και από την Πεύκη, αυτό βέβαια είναι εξαίρεση. Ετοιμαζόμαστε τώρα να κάνουμε ένα βήμα ακόμα, προσεκτικά όμως γιατί είναι δύσκολοι οι καιροί. Έχουμε πιο κάτω μια αποθήκη, είναι γωνιακή κι αυτή, κι έχουμε ξεκινήσει το σχέδιο να την κάνουμε Η Γωνιά σου κι αυτήν… Θα είναι ένας πολυχώρος, θέλω να κατεβάζουμε μια οθόνη για προβολές, θέλω να βάλουμε ένα πιάνο και να έχουμε εργσστήρια,, άλλα επί πληρωμή και άλλα ελεύθερα, να μπαίνει ο κόσμος. Θα έχουμε και κάποια έργα τέχνης, υπάρχουν πολλές ιδέες, τις συζητάω με φίλους που θέλουν να βοηθήσουν. Αυτή η επικοινωνία με τον κόσμο μέσα από δραστηριότητες και εκδηλώσεις μου δίνει μεγάλη χαρά. Μπορεί να κουράζομαι αλλά φεύγω χαρούμενη και χαμογελαστή.
Π.Γ. Θεοδώρα έχεις παιδιά;
Θ.Κ. Ο γιός μου τώρα πάει Τρίτη Λυκείου και δεν σταματάω να του λέω «θα κάνεις αυτό που αγαπάς… Τι σου αρέσει, αυτό να κάνεις…».
Π.Γ. Μίλησέ μου λίγο για την περιοχή και τους ανθρώπους της. Καταλαβαίνω πως σε στηρίζουν, στηρίζουν το βιβλίο και τις δραστηριότητες γύρω από αυτό, ή, για να το θέσω σωστότερα, στηρίζονται και οι ίδιοι από αυτά; Πέραμα, Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Κοκκινιά, είναι εμβληματικές περιοχές του Πειραιά…
Θ.Κ. Είναι πολύ ζεστός ο κόσμος εδώ, υπάρχει σχέση μαζί του. Έχει ανάγκη από όλα αυτά που κάνουμε και τα δέχεται με χαρά. Είναι πολύ ανοιχτοί άνθρωποι, αλλά αυτό βέβαια έχει να κάνει και με εμάς. Είναι βιοπαλαιστές και οι περισσότεροι, γιατί πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, παλεύουν για τα παιδιά τους, έχουν άγχος και θέλουν να τους προσφέρουν το καλύτερο. Τις προάλλες ήρθε μια νέα μαμά κι έψαχνε να βρει ένα βιβλίο με συμβουλές πώς να μεγαλώσει σωστά το μωρό της. Της λέω «μην τρελαίνεστε. Πάρτε ότι σας αρέσει να διαβάσετε. Τα άλλα θα τα βρείτε μόνη σας σιγά σιγά. Θα κάνετε και λάθη, μην αγχώνεστε, έτσι γίνεται».
Την αγαπώ αυτή την περιοχή και τους ανθρώπους της. Κάποτε ένα φίλος μου πρότεινε να μετακομίσω αλλού, σε «καλύτερη» -ανερχόμενη υποτίθεται – περιοχή του Πειραιά. Αλλά εγώ δεν φεύγω. Εδώ ξέρω και εδώ με ξέρουν. Εδώ έρχονται, μου αφήνουν τα παιδιά, φεύγουν και είναι ήσυχοι. Την αγαπώ τη γειτονιά μου.

Π.Γ. Από το 1982 που ανοίξατε έχουν αλλάξει πολλά, για να μην πω όλα. Είναι πιο δύσκολα ή πιο εύκολα τα πράγματα τώρα;
Θ.Κ. Κάθε γενιά έχει τα δύσκολα και τα εύκολα. Εμείς τα κάνουμε…
Π.Γ. Τη νέα τεχνολογία σε σχέση με το βιβλίο τη φοβάσαι;
Θ.Κ. Εννοείς τα e-books, τα tabs κλπ.; Εντάξει, θα υπάρξει και αυτός ο κόσμος που τα χρησιμοποιεί για διάβασμα, θα υπάρξει και αυτός που θα πάρει το βιβλίο. Δεν πρέπει να τα φοβόμαστε. Πρέπει να μάθουμε να τα ψάχνουμε και να τα αξιοποιούμε… Και να βγαίνουν καλά βιβλία. Αν είναι καλό το βιβλίο θα βρει το δρόμο του και θα το πάρει ο άλλος. Οι εκδότες όμως πρέπει να κατεβάσουν λίγο ταχύτητα. Οι τόσο πολλές εκδόσεις που βγάζουν χάνονται. Τους λέω: «Έχετε καλά βιβλία και τα καίτε μόνοι σας».
Π.Γ. Η οικονομική κρίση;
Θ.Κ. Κοίτα, άμα αξίζει ένα βιβλίο, θα το πάρουν. Απλά εκεί που θα παίρνανε πέντε, μπορεί να πάρουν τρία. Μπορεί παλιότερα να μην πολυέδιναν σημασία τι παίρνουν, τώρα θα το ψάξουν περισσότερο. Εγώ συχνά τους προτείνω να πηγαίνουν στις βιβλιοθήκες του Δήμου. γιατί εγώ αγαπώ το βιβλίο. Εδώ στο Κερατσίνι υπάρχει μία καλή και ακόμα μία που τώρα ανακαινίζεται. Προσπαθεί ο Δήμος, γιατί ήταν δάσκαλος ο Δήμαρχος και αγαπάει το βιβλίο.
“Εδώ έκλεισε η κουβέντα μας με την Θεοδώρα Καραγιάννη στη γωνιακή Γωνιά της. Είχα βρεθεί για λίγο στο Κέντρο μιας Κοινότητας, όπως ήταν οι γειτονιές της πόλης κάποτε. Η Θεοδώρα Καραγιάννη έχει αφιερωθεί σε αυτό, το κάνει καλά γιατί το περιέχει και μοιράζει απλόχερα χαρά, χαμόγελο, γνώση, νοιάξιμο, συντροφικότητα κι αλληλεγγύη. Και πολλά, πολλά καλά βιβλία.”

