Το μπαλόνι

Ο ανοιξιάτικος ήλιος έπεφτε σαν ζεστό πάπλωμα πάνω στο φρέσκο χορτάρι του αγρού, μερικές βουνοκορφές τριγύρω έχουν ακόμα χιόνι, στο γαλάζιο του ουρανού ταξιδεύουν άσπρα παχουλά σύννεφα και μικρά σμήνη πουλιών φαίνονται σαν μαύρες μικρές κουκίδες που κινούνται ζωηρά.
Ο δροσερός αέρας δίνει μια νότα ευχαρίστησης στα πρόσωπα των δύο κοριτσιών που ανάσκελα ξαπλωμένα στο νοτισμένο από την πρωινές δροσοσταλίδες χορτάρι χαζεύουν τα σύννεφα που αλλάζουν μορφές με τόσο αργό ρυθμό που φαντάζουν σαν ήταν έτσι από πάντα και θα έμεναν έτσι για πάντα, κάπως σαν η στιγμή, να έμενε έτσι για αιώνια..
“Κοίτα. Αυτό, μοιάζει με μανιτάρι”, είπε το μεγαλύτερο εκτείνοντας το δεξί χέρι με τον δείκτη τεντωμένο, κάνοντας έναν μορφασμό για να αντιμετωπίσει την λάμψη του ήλιου.
“Ποιο; Αυτό; Με σκύλο μοιάζει”, είπε το μικρότερο κορίτσι.
Μετά μέτρησαν ένα μικρό κοπάδι πουλιών, και αργότερα απλά άφησαν τον εαυτό τους να ταξιδεύει με τα ολόλευκα αφράτα σύννεφα, σαν αιωρούμενες ομάδες γαλήνης .
Ένας ίσκιος τα πλάκωσε ξαφνικά.
“Εδώ είστε; Σας ψάχνει η μητέρα σας, έφαγα τον κόσμο να σας βρω”. Τα κορίτσια επανήλθαν απότομα στην πραγματικότητα, πράγμα που δεν τους άρεσε ιδιαίτερα, αλλά σηκώθηκαν σχεδόν αμέσως. Η φιγούρα του παππού τους, που τα κάλυπτε με τον ίσκιο του. Ψηλός αγέρωχος με γκρίζα κοντά μαλλιά καλοχτενισμένα, με ένα μουστάκι που κάλυπτε το ελαφρύ χαμόγελο δίνοντας του μια όψη μόνιμης αυστηρότητας. Στον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι το μικρό κορίτσι συνέχιζε να κοιτάζει τον ουρανό.
Σύννεφα, πουλιά, πολύ γαλάζιο, περισσότερο απ’ όσο μπορεί κανείς να αντέξει.
“Κοίτα!” είπε ξαφνικά δυνατά και τράβηξε το χέρι της αδελφής της.
“Ένα μπαλόνι.” Ο παππούς σήκωσε και αυτός το κεφάλι του στον ουρανό. “Όντως ένα μπαλόνι, ένα ασημένιο αστραφτερό μπαλόνι”, είπε. Σίγουρα κάποιο παιδί το έχασε. Το κοίταζαν και οι τρείς τους καθώς το μπαλόνι κατευθυνόταν αντίθετα από τα σύννεφα. “Κοιτάξτε”, είπε ο παππούς, “πάει προς το χωριό”. Το μπαλόνι στρογγυλό, φτιαγμένο από ασημόχαρτο έκανε τον δρόμο του, ανάποδα από το φύσημα του ανέμου, η κόκκινη κλωστή που είναι δεμένη πάνω του ακολουθούσε κάνοντας μια μεγάλη καμπύλη, δίνοντας την αίσθηση ενός μεγάλου χαμόγελου.
Πέταξε για λίγο πάνω από το χωριό, πέρασε από το καμπαναριό και ακούμπησε για λίγο τον λεπτοδείκτη του ρολογιού που βρισκόταν εκεί πάνω. Στο σταυροδρόμι παραπέρα έχει μαζευτεί πολύς κόσμος και κοιτάζουν δύο αυτοκίνητα που είχαν τσουγκρίσει τις μουσούδες τους και ο κόσμος μιλούσε δυνατά κουνώντας τα χέρια τους, Παραπέρα μια μαμά και ένα παιδί κοιτάζουν τα κουλούρια και τα ψωμάκια της βιτρίνας του φούρνου. Πέταξε προς τα εκεί και κοίταξε κλεφτά, τους βλέπει να βγαίνουν μέσα από το μαγαζί, το παιδί είναι χαρούμενο κρατώντας έναν λουκουμά στο χέρι, ο ψαράς παραδίπλα διατυμπανίζει την ψαριά του, και ο καφετζής σερβίρει καφέδες στην μικρή αυλή του καφενείου του. Πέταξε γρήγορα μπροστά του, ξαφνιάζοντάς τον, κάνοντάς τον να χάσει για λίγο την ισορροπία του και παραλίγο να του χυθούν οι καφέδες και τα νερά. Ένα παιδί με ένα μπλε ποδήλατο, που έχει σφηνώσει ένα πλαστικό μπουκάλι από νερό στην πίσω ρόδα για να ακούγεται σαν μηχανάκι, κάνει γρήγορα πετάλι για να το πιάσει. Το μπαλόνι στέκεται για λίγο και όταν τα ακροδάχτυλα του παιδιού, αγγίζουν την κόκκινη κλωστή, κάνει μια απότομη κίνηση και φεύγει μπροστά , το παιδί ακολουθεί, μα το μπαλόνι φεύγει πιο γρήγορα. Δύο οικοδόμοι δουλεύουν κάτω από τον ήλιο φτιάχνοντας μια σκεπή, πάει και τους κάνει για λίγο ίσκιο, Μετά αφήνει ένα απαλό αεράκι να το παρασύρει, περιπλανήθηκε για λίγο πάνω από μια λαϊκή αγορά, κόσμος φωνές χρωματιστές τέντες, νόστιμα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, ένα σκυλί το είδε, γάβγισε και το κυνήγησε για να παίξει, έφυγε κουνώντας την κόκκινη κλωστή περιπαιχτικά, διασκεδάζοντας με τα γαβγίσματα και τα χοροπηδητά του σκύλου. Στην πλατεία του χωριού τα παιδιά σταματούν το παιχνίδι τους καθώς το βλέπουν να στέκεται πάνω από τα κεφάλια τους. Πηδάνε για να το πιάσουν, κάνει λίγο παραπέρα, αυτά συνεχίζουν, κάνουν διαγωνισμό ποιο θα το πιάσει πρώτο. Γελάνε, και αυτό αντανακλά το κίτρινο απογευματινό πλέον φως του ήλιου. Ο ουρανός γίνεται χρυσός και το μπαλόνι αντανακλά όλη την ομορφιά του κόσμου, μην μπορώντας να σταθεί πλέον ψηλά γίνεται ένα με αυτόν, στο ίδιο ύψος. Αφήνεται στον απογευματινό αέρα να το ταξιδέψει αργά, άνθρωποι που κλείνουν τα μαγαζιά τους, παιδιά που γυρίζουν σπίτι τους κουρασμένα από το παιχνίδι, ένας βιαστικός τρέχει να προλάβει κάτι και τα φώτα του δρόμου ανάβουν αυτόματα.
Σε ένα παρκάκι ανάμεσα απ’ τα παρτέρια κάθεται ένα ζευγάρι και κοιτάζουν το πορτοκαλί χρώμα του ουρανού που αφήνεται σιγά σιγά στην κυριαρχία του μοβ, ακουμπάει σιγά την πλάτη του νεαρού, αυτός κοιτάζει απορημένο. Ωπ! τι κάνεις εσύ εδώ; Το ρωτάει. Πιάνει την κόκκινη και απαλά το προσφέρει στην φίλη του. Κάθισαν και οι τρεις μαζί μέχρι που η σελήνη καθρεφτιζόταν για τα καλά στην γυαλιστερή αλλά όχι τόσο σφριγηλή επιφάνεια του μπαλονιού.
Το πρωί, ο κηπουρός καθώς καθάριζε τα φύλλα από το παρτέρι βρήκε το ξεφούσκωτο μπαλόνι να κείτεται στο έδαφος. Τι κάνεις εσύ εδώ; Το ρώτησε. Το σήκωσε απαλά και πήγε να το βάλει στον σάκο με τα ξερά φύλλα, η κλωστή μαγκώθηκε σε ένα κλωνάρι, ο κηπουρός έσκυψε και ξεμπέρδεψε την μικρή θηλιά που υπήρχε στην άκρη της. “Αν κρίνω από την μικρή θηλιά σίγουρα από κάποιο παιδί έφυγε. Κρίμα, χάθηκε μια στιγμή ευτυχίας”, είπε και το έβαλε στον σάκο παρέα με τα φύλλα που το αγκάλιασαν. Σιγά, σιγά άρχισαν να ανοίγουν τα καταστήματα και τα παιδιά έτρεχαν να προλάβουν το πρώτο κουδούνι του σχολείου.

Γεράσιμος Γαλιατσάτος (ζωγράφος-εικονογράφος)

 

Σχόλια

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *