Ο κήπος των χαμένων ιστοριών

Ο Νάσος, είναι ένα παιδί του οποίου ο παππούς και η γιαγιά δυστυχώς αρρώστησαν και δεν μπορούσανε να μείνουν στο σπίτι μόνοι. Έτσι, αποφάσισαν να μετακομίσουν σε μία μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Ένα μέρος, στο οποίο δε χρειάζεται να τους απασχολεί  το μαγείρεμα και οι δουλειές τους σπιτιού. Επίσης στο μέρος αυτό θα απολαμβάνουν την ιατροφαρμακευτική φροντίδα αλλά και την ψυχολογική βοήθεια από ανθρώπους που εργάζονται σε αυτό.

Ο Νάσος, συνήθιζε να επισκέπτεται συχνά τον παππού και τη γιαγιά. Του φαινόταν λίγο βαρετό βέβαια αλλά αφού το έλεγε η μαμά και ο μπαμπάς…!?  Μια μέρα, πήρε το λεωφορείο της γραμμής για να επισκεφθεί για μία ακόμα φορά τους παππούδες του. Καθώς ήταν στο δρόμο, σε μία στάση μπήκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, χτύπησε το εισιτήριό του και στάθηκε όρθιο. Ο Νάσος κοιτούσε απορημένος…. Μα, γιατί δεν κάθονται κάπου?! Σκέφτηκε. Δεν κουράζονται?? Δεν έχουν πολύ καλή ισορροπία… Πόση ισορροπία μπορεί να έχει κάποιος ο οποίος κρατάει μπαστούνι?? Αναρωτήθηκε. Το παιδί κοίταξε τους γύρω του. Άλλοι μιλούσαν μεταξύ τους, άλλοι στα κινητά τους τηλέφωνα, άλλοι χάζευαν έξω από το παράθυρο αλλά κανένας δεν ρώτησε κάτι από τα παραπάνω το ηλικιωμένο ζευγάρι…. Τότε ο Νάσος σκέφτηκε από μέσα του «Ε! Αφού κανείς δεν αντιδράει… Άστο, μεγάλοι είναι, ξέρουν τι κάνουν».

Φτάνοντας στη μονάδα, και πηγαίνοντας προς το σαλόνι, όπου συνήθιζαν να τα λένε, παρατήρησε μία πόρτα. Από περιέργεια την άνοιξε και οδηγήθηκε σε έναν κήπο. Έναν κήπο που ήταν εντελώς παρατημένος και ερημωμένος. Τότε ο Νάσος ρώτησε τη γιαγιά και τον παππού

-Γιατί έχετε κήπο και είστε πάντα εδώ μέσα?  Δε βαριέστε??

Τότε η γιαγιά του απάντησε

-Αγόρι μου… Τι να τον κάνουμε τον κήπο αν δεν έχουμε κάποιον να μας κρατάει συντροφιά?

Τότε το παιδί λυπήθηκε πολύ… Ένιωσε ότι οι ηλικιωμένοι είναι μόνοι τους και απλά ζούνε μία ζωή η οποία κάθε μέρα είναι η ίδια…. Στεναχωρήθηκε… Έσφιξε τα δόντια  και υποσχέθηκε στη γιαγιά του ότι θα φροντίσει ο ίδιος έτσι ώστε να αλλάξει η κατάσταση αυτή. Η γιαγιά και ο παππούς τότε γέλασαν, του χάιδεψαν το κεφάλι και του είπαν

-Δεν έχει νόημα τώρα πια! Είμαστε μεγάλοι! Να κοιτάξεις εσύ τα διαβάσματα σου, να περάσεις σε μία σχολή και να ακολουθήσεις τα όνειρά σου. Άσε μας εμάς!!

Εκείνος, κοίταξε με δάκρυα στα μάτια τους παππούδες του, τους χαμογέλασε και είπε

-Εντάξει!

Φυσικά όμως, και δεν το εννοούσε.

Δεν έχασε χρόνο, και αμέσως αγόρασε σπόρους, όμορφα λουλούδια, μάζεψε τα παιδιά της γειτονιάς του και όλοι μαζί,  άρχισαν αυτή τη σπουδαία αποστολή.  Έφτιαξαν έναν κήπο, που ούτε ο καλύτερος κηπουρός δεν θα μπορούσε να φτιάξει. Στο κέντρο, τοποθέτησαν ένα τραπεζάκι και ένα όμορφο ξύλινο παγκάκι με ξύλινες καρεκλίτσες γύρω γύρω. Το είχαν κάνει τόσο όμορφο και ζηλευτό… Γιατί… Εκτός από όλα όσα με κόπο είχαν φτιάξει, τα έφτιαξαν βάζοντας πολύ αγάπη…

Ο κήπος μέσα στις  επόμενες ημέρες είχε ολοκληρωθεί… Ο  Νάσος πήρε τους φίλους του και πήγαν στη μονάδα. Πήρε το κάθε παιδί από έναν ηλικιωμένο από το χεράκι και τους πήγαν να τους δείξουν όλο χαρά τον κήπο που έφτιαξαν για εκείνους. Οι ηλικιωμένοι τα ‘χασαν… Καιρό είχαν να δούνε κάτι τόσο όμορφο. Πήραν τα παιδιά και αφού τα ευχαρίστησαν έκατσαν όλοι μαζί και μοιράστηκαν ιστορίες μαζί τους από τα παλιά χρόνια… Τους μιλούσαν για τα παιδικά τους χρόνια, για τον πόλεμο, για τις ζωές τους σα να γνωρίζονταν μια ζωή… Άκουσαν πράγματα που φαντάζουν επιστημονική φαντασία. Δεν θα τους πήγαινε στο μυαλό ποτέ να σκεφτούν ότι οι άνθρωποι που έχουν φτάσει σε μια τόσο μεγάλη ηλικία και που ίσως καμιά φορά να μη θυμούνται καλά, είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε έχτιζαν σπίτια, έπαιζαν μουσικά όργανα, είχαν ταλέντα,  ήταν επιστήμονες, καθηγητές  και προσέφεραν τόσα πράγματα στην κοινωνία.

Ο Νάσος γύρισε σπίτι και αφού έκανε μπάνιο, έφαγε το βραδινό του και έκανε την προσευχή του, όπως κάθε βράδυ, ξάπλωσε να κοιμηθεί. Μέχρι να τον πάρει ο ύπνος σκεφτόταν τα όσα έγιναν όλες αυτές τις μέρες. Ευθύς αμέσως ένιωσε πληρότητα, ηθική ικανοποίηση και φυσικά ότι ήταν ένας χρήσιμος άνθρωπος και αυτός στη ζωή, όπως και οι καινούριοι ηλικιωμένοι φίλοι του. Αυτό το συναίσθημα της προσφοράς για εκείνον, ήταν πρωτόγνωρο και τον βοήθησε να καταλάβει πολλά για τη ζωή.

Την επόμενη μέρα, πηγαίνοντας στο σχολείο και παίρνοντας το λεωφορείο της γραμμής και πάλι, επιβιβάζεται σε μία στάση το ίδιο ηλικιωμένο ζευγάρι… Τότε ο Νάσος, και χωρίς δεύτερη σκέψη πετάχτηκε σαν ελατήριο από τη θέση του και τους την παραχώρησε. Βλέπωντας αυτή την κίνηση οι πιο μεγάλοι ντραπηκαν πολύ που οι ίδιοι δεν αντέδρασαν με τον ίδιο τρόπο και που ένα μικρό παιδί έγινε το παράδειγμα προς μίμηση για εκείνους. Ένας κύριος τον κοίταξε κάτω από τα γυαλιά του, του χάιδεψε το κεφάλι και του είπε

-Μπράβο παιδί μου! Οι γονείς σου πρέπει να είναι πολύ υπερήφανοι για εσένα…

Ο Νάσος κοκκίνησε για λίγο αλλά ένιωσε υπερήφανος και χάρηκε πάρα πολύ που έκανε μια τόσο καλή πράξη.

Αυτή λοιπόν, ήταν η ιστορία του μικρού Νάσου ο οποίος, όπως και οι φίλοι του μέσα από αυτή την αποστολή που έφεραν εις πέρας κατάλαβαν πόση μεγάλη είναι η αξία των ηλικιωμένων γιατί αφενός, έχουν δώσει πολλά στην κοινωνία ο κάθε ένας με τον τρόπο του στο παρελθόν και αφετέρου, έχουν άλλα τόσα και πολλά περισσότερα να προσφέρουν από την εμπειρία και τη σοφία τους στους νεότερους.

Όσο για τον κήπο… Πλημμύρισε από γέροντες οι οποίοι βρήκαν τη χαρά και το ενδιαφέρον στη ζωή αφού πέραν του ότι τον φρόντιζαν και περνούσαν ώρες ατελείωτες κρατώντας ο ένας στον άλλον συντροφιά, περιμένανε τα παιδιά να έρθουν να μοιραστούν ξανά μαζί τους όμορφες και συναρπαστικές ιστορίες από τα παλιά….

 

Ομάδα ηλικιωμένων από ΜΦΗ  “Αρμονία”

Μητροπούλου Αγγελική Κοινωνική Λειτουργός

 

 

Σχόλια

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *