Η πόλη που ξέχασε να ονειρεύεται
Η Λίνα ζούσε σε μια πόλη διαφορετική από όλες τις άλλες. Δεν είχε χρώματα, δεν είχε μουσική, δεν είχε παιχνίδια. Οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί, μιλούσαν μόνο για δουλειές και έκαναν πάντα το ίδιο πρόγραμμα.
Κανείς δεν ονειρευόταν.
Τα σπίτια είχαν όλα το ίδιο γκρι χρώμα, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι σκόνη, και τα πάρκα είχαν μόνο ξερά δέντρα. Κανένα παιδί δεν γελούσε, κανένας μεγάλος δεν σταματούσε να κοιτάξει τον ουρανό.
Η Λίνα ένιωθε πάντα διαφορετική. Της άρεσε να φαντάζεται ιστορίες, να κοιτάζει τα σύννεφα και να σκέφτεται πως κρύβουν μυστικά μηνύματα. Όμως, κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτά στους άλλους, την κοιτούσαν περίεργα.
«Ονειροπόλα!» της έλεγαν. «Μεγάλωσε επιτέλους!»
Έτσι, είχε μάθει να κρατάει τις σκέψεις της για τον εαυτό της. Μέχρι εκείνο το πρωί, που η ζωή της άλλαξε για πάντα.
Το παράξενο μπουκάλι
Ήταν μια κρύα μέρα του χειμώνα, όταν η Λίνα περπατούσε στο πεζοδρόμιο κοντά στο σπίτι της. Ξαφνικά, το βλέμμα της έπεσε σε ένα μικρό, γυάλινο μπουκαλάκι πεταμένο δίπλα σε έναν υπόνομο.
Το σήκωσε προσεκτικά. To κούνησε και λιγάκι.
Ήταν γεμάτο με μια χρυσή, λαμπερή σκόνη που έμοιαζε να κινείται από μόνη της.
Στο πώμα του, χαραγμένα με μικροσκοπικά γράμματα, υπήρχαν οι εξής λέξεις:
«Αν η πόλη ξεχάσει τα όνειρά της, ρίξε τη σκόνη στον αέρα.»
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
«Τι να σημαίνει αυτό;» σκέφτηκε.
Το κράτησε στα χέρια της όλη τη μέρα, μη μπορώντας να αποφασίσει αν έπρεπε να το ανοίξει ή όχι.
Η απόφαση
Το βράδυ, ξάπλωσε στο κρεβάτι της και κρατούσε το μπουκάλι κάτω από το φως του λαμπτήρα.
«Τι θα γινόταν αν αυτή η σκόνη ήταν επικίνδυνη;»
«Και αν, αντί να βοηθήσει, έκανε τα πράγματα χειρότερα;»
Όμως, μια άλλη σκέψη ήρθε στο μυαλό της:
«Τι θα γινόταν αν όντως μπορούσε να αλλάξει τα πάντα;»
Την επόμενη μέρα, πήρε μια βαθιά ανάσα και ανέβηκε στην ταράτσα του ψηλότερου κτιρίου της πόλης. Δε το πολυσκέφτηκε.Έκλεισε τα μάτια της, άνοιξε το μπουκάλι και το γύρισε ανάποδα.
Η αλλαγή
Η χρυσόσκονη άρχισε να χορεύει στον αέρα, να γυρίζει γύρω από τα κτίρια, να αγγίζει τους ανθρώπους.
Και τότε, κάτι απίστευτο συνέβη.
Ένας άντρας που διάβαζε εφημερίδα άφησε το χαρτί του και κοίταξε τον ουρανό, βλέποντας για πρώτη φορά τα σύννεφα να σχηματίζουν παράξενες φιγούρες.
Μια γυναίκα που περπατούσε σκυφτή σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα παιχνιδιών και χαμογέλασε, θυμίζοντας τον εαυτό της όταν ήταν παιδί.
Ένα μικρό παιδί πήρε κιμωλίες και άρχισε να ζωγραφίζει έναν τεράστιο πολύχρωμο ήλιο στο πεζοδρόμιο.
Τα κτίρια απέκτησαν χρώμα.
Τα ξερά δέντρα γέμισαν φύλλα και λουλούδια.
Οι άνθρωποι σταμάτησαν να περπατούν βιαστικά και άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους, να γελούν, να λένε ιστορίες.
Η πόλη άλλαζε.
Το μεγάλο μυστικό
Η Λίνα ένιωσε μια πρωτόγνωρη χαρά.
Αλλά, όταν κοίταξε ξανά το μπουκάλι, παρατήρησε κάτι που δεν είχε δει πριν:
Ένα νέο μήνυμα χαραγμένο στο γυαλί.
«Τα όνειρα δεν χάνονται ποτέ. Αρκεί ένας άνθρωπος να τα θυμηθεί, και τότε όλη η πόλη θα θυμηθεί μαζί του.»
Κατάλαβε ότι η μαγεία δεν ήταν στη σκόνη.
Ήταν μέσα στους ανθρώπους.
Και αρκούσε ένας μόνο άνθρωπος για να κάνει την αρχή.
Από εκείνη τη μέρα, τίποτα δεν ήταν ίδιο.
Οι άνθρωποι συνέχισαν να δουλεύουν και να κάνουν τις δουλειές τους, αλλά δεν ξέχασαν να γελούν, να τραγουδούν, να ζωγραφίζουν, να αφηγούνται ιστορίες.
Η Λίνα δεν ήταν πια η «ονειροπόλα» της πόλης.
Ήταν η φύλακας των ονείρων.
Και κάθε φορά που έβλεπε κάποιον να ξεχνάει, του ψιθύριζε τη μαγική φράση:
«Τα όνειρα δεν χάνονται ποτέ. Μόνο εμείς τα ξεχνάμε.»
Σοφία Γεωργούλα
Καθηγήτρια Γαλλικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση
