Η γοργόνα και ο δράκος

Στον κόσμο της λήθης βαθιά ξεχασμένο στο χρόνο υπήρχε ένα δάσος ξεχωριστό.
Μπορούσες να φτάσεις μόνο με το μυαλό και αν είχες μπόλικη φαντασία..
Τι λέτε; Ξεκινάμε;
Εκεί λοιπόν ζούσε ο Θίαντορ , ένας μικρός δράκος κόκκινος –πορτοκαλής και χαμογελαστούλης ήταν φύλακας και προστάτης του δάσους.
Τα ζωάκια τον αγαπούσανε πολύ και όποτε ήθελαν να τον πειράξουν πήγαιναν και του τραβούσανε τα αυτιά .Ο Θίαντορ τότε τους έβαζε στη μουσούδα του και τους πετούσε ψηλά , τα γέλια ακουγόταν μέχρι τα βουνά των λουλουδιών.
Έτσι περνούσαν οι ώρες στο δάσος ώσπου μια μέρα καθώς έπινε την πορτοκαλάδα του ο Θίαντορ ένας σκίουρος τον φώναξε να πάει γρήγορα στη λίμνη.
-Θίαντορ έλα γρήγορα !!
– Τι συμβαίνει μικρέ σκίουρε;
-Ένα κορίτσι εμφανίστηκε στην λίμνη κανείς δεν το έχει ξανά δει έχει σώμα ανθρώπου και ουρά ψαριού.
-Μα τι είναι αυτά που λες ; Έρχομαι αμέσως , ανασήκωσε τα φτερά του και στο λεπτό ήτανε στη λίμνη.
Πράγματι μέσα στη λίμνη βρισκόταν ένα πανέμορφο κορίτσι με ουρά ψαριού. Κανείς δεν ήξερε τι ήτανε , καλέσανε την σοφή κουκουβάγια και εκείνη τους είπε ότι είναι γοργόνα .
-Δεν θα πρέπει να βρίσκεται στη λίμνη είναι γεννημένη μόνο για το αλμυρό νερό δεν θα ζήσει για πολύ εδώ. Όλοι αναστατωθήκανε στο δάσος.
-Μα πως βρέθηκε εδώ ρωτήσανε δυο πεταλούδες ; Πρέπει να την πάμε πίσω ξανά φώναζαν οι παπαγάλοι και πετούσανε σαν τρελοί πάνω από το κεφάλι της. –
-ΚΑΝΤΕ ΟΛΟΙ ΗΣΥΧΙΑ !! Είπε ο Θίαντορ πως σε λένε ; πως βρέθηκες εδώ ;
Το κορίτσι σήκωσε διστακτικά το βλέμμα του και με τρεμάμενη φωνή απάντησε..
-Το όνομα μου είναι Ασίρα είναι πολύ παράξενο πως βρέθηκα εδώ , ακολουθούσα ένα κοπάδι από σαλάχια όταν ξαφνικά κάποιος με τράβηξε και με έφερε εδώ . Λέει αλήθεια η κουκουβάγια δεν θα ζήσω για πολύ στη λίμνη πρέπει να γυρίσω πίσω.
-Μην ανησυχείς θα βρούμε τρόπο είπε ο Θίαντορ και έφυγε σκεπτικός.
Την επόμενη μέρα η μικρή γοργόνα ένιωθε πιο καλά ήτανε χαρούμενη μάθαινε για το δάσος , τα ζωάκια τις φέρνανε φρούτα για φαγητό δεν είχε ξανά δοκιμάσει μούρα και βερίκοκα .
Εκείνη τους έλεγε ιστορίες από τον βυθό ο Θίαντορ είχε ενθουσιαστεί..
Τα βράδια , τους τραγουδούσε κάτω από το φεγγάρι όλοι την είχαν αγαπήσει και είχανε ξεχάσει πως έπρεπε να γυρίσει πίσω.
Όλοι εκτός από τον Θίαντορ , ο μικρός δράκος δεν ήθελε να χάσει την αγαπημένη του φίλη.. είχε πια συναισθήματα για αυτή .Το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει κοντά της για πάντα . Έτσι οι μέρες περνούσαν , ώσπου ένα βράδυ η Ασίρα δεν μπορούσε να τραγουδήσει , ήτανε αδύναμη και χλωμή .
Ο Θίαντορ στεκόταν δίπλα της ,κοιτώντας την. Ήξερε πως κάθε λεπτό που περνούσε της έκλεβε λίγο λίγο από την ζωή της .
Η καρδιά του ήταν βαριά – δεν ήθελε να την χάσει είχε γίνει η καλύτερη του φίλη, το φως μέσα στο δάσος.
Όμως η αγάπη του για εκείνον ήταν αληθινή και η αληθινή αγάπη δεν κρατά , αφήνει ελεύθερο..
-Ασίρα.. της είπε ψιθυριστά σε αγαπώ τόσο πολύ μα πρέπει να σε αφήσω ..να γυρίσεις εκεί που ανήκεις..στη θάλασσα..
Δάκρυα κύλησαν στα μάτια του και τη καρδιά του σπάραζε. Ήξερε πως δεν θα την ξανά έβλεπε, αλλά του ήταν αρκετό πως εκείνη θα ζούσε και θα χαμογελούσε ξανά στα μέρη της. Θα υπήρχε μακριά του δεν έχει νόημα να πεθάνει και να μην υπάρχει θα ζήσεις Ασίρα.
Τότε ο μικρούλης δράκος φώναξε την κουκουβάγια , η κουκουβάγια κατάλαβε και μαζί της έφερε το βιβλίο Γνώσης εκεί μέσα έλεγε τον τρόπο που η Ασίρα θα γυρνούσε στη θάλασσα. Μόλις η κουκουβάγια άνοιξε το βιβλίο εκείνο ρώτησε τι θέλουν να μάθουν . Ο Θίαντορ του είπε πως η φίλη τους είναι γοργόνα και για να ζήσει πρέπει να γυρίσει στο βυθό.


Μονομιάς τα γράμματα φωτίστηκαν και το βιβλίο μίλησε..
-ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΓΟΡΓΟΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΜΥΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ, ΜΟΝΟ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΑΡΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΠΙΣΩ. Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙ ΑΝ ΘΑ ΧΑΣΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΦΙΛΙΑ ΤΟΥ Ή ΑΝ ΘΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ.
Το βιβλίο έκλεισε ο Θίαντορ αναφώνησε Ασίρα η αγάπη μου και η φιλία μου είναι αγνή σε αφήνω ελεύθερη για πάντα στο βυθό να ζήσεις..
Μια λάμψη έλουσε την μικρή γοργόνα και τότε ξανά ζωήρεψε τα μάτια της άνοιξαν και με ένα γλυκό φιλί αποχαιρέτησε τον Θίαντορ σε ευχαριστώ για όλα θα είσαι για πάντα μέσα στην καρδιά μου όλοι είστε ξεχωριστοί σε αυτό το δάσος με φροντίσατε μα εσύ καλέ μου φίλε έκανες το πιο σπουδαίο άφησες στην άκρη τον εγωισμό σου και κατάλαβες που πραγματικά ανήκω .. Δεν θα σας ξεχάσω είπε και βούτηξε μέσα στο νερό από τότε κανείς ξανά δεν είδε την μικρή γοργόνα. Υπήρχε μια θλίψη στο δάσος μα όλοι ξέρανε ότι η Ασίρα έζησε και αυτό τους έκανε να είναι ευτυχισμένοι.


Ο Θίαντορ στεκόταν στην άκρη της λίμνης καμιά φορά και περίμενε..
-Τι περιμένεις τον ρώτησε η κουκουβάγια;
-Κάποιο μήνυμα από την φίλη μου ένα ήχο ένα κοχύλι ίσως βρει τρόπο να μου στείλει είπε ότι δεν θα με ξεχάσει..
-Η κουκουβάγια του είπε τότε να θυμάσαι μικρέ μου δράκε η αγάπη δεν χάνεται ..απλώς αλλάζει μορφή..
Εσύ δεν την έχεις τώρα κοντά σου έχεις όμως όλες τις όμορφες στιγμές να θυμάσαι δεν χάνεται η αγάπη..
Το δάσος ξεμάκρυνε ξανά μέσα στη λήθη έτσι λοιπόν μικροί μου φίλοι να θυμάστε πως η ιστορία αυτή θέλει να μας θυμίζει πως η αληθινή αγάπη δεν περιορίζεται .Μπορεί να μην βαδίζουν στο ίδιο μονοπάτι όμως στην καρδιά τους είναι για πάντα μαζί όλες οι στιγμές τους. Η αγνή αγάπη δεν χάνεται απλώς αλλάζει μορφή , σαν το νερό που γίνεται σύννεφο και έπειτα βροχή και πάντα επιστρέφει στη θάλασσα.

 

Ευαγγελία Βούζα

                              

Σχόλια

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *