Η Αφωνόπολη, που έγινε Πολυχρωματούπολη!
Σε μια μικρή πόλη, κάπου κοντά ή κάπου μακριά, είχε συμβεί κάτι παράξενο. Κανείς δεν μιλούσε. Οι κάτοικοι ζούσαν μέσα στη σιωπή, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον χωρίς να μπορούν να πουν λέξη.
Όλα ξεκίνησαν όταν ένα φορτηγό έφτασε στην πόλη. Ο οδηγός του ήταν ένας ελέφαντας, ο Πάρης, που είχε ένα μοναδικό όνειρο: να μαζέψει όλες τις φωνές των ανθρώπων. Στο φορτηγό του είχε ένα μικρό ραδιόφωνο, ένα μεγάφωνο και ένα ειδικό κουτί που χρησίμευε για αυτόν τον σκοπό. Οδηγούσε γύρω από την πόλη, παίζοντας μουσική και μοιράζοντας παγωτά. Οι άνθρωποι πλησίαζαν, παρασυρμένοι από την όμορφη μελωδία και τα κεράσματα. Ο Πάρης τους μιλούσε, τους χαμογελούσε και, χωρίς να το καταλάβουν, ρουφούσε τις φωνές τους μέσα στο κουτί.
Μέσα σε λίγες ώρες, η πόλη είχε βυθιστεί στη σιωπή. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, τα γέλια είχαν εξαφανιστεί και η καθημερινότητά τους είχε αλλάξει δραματικά.
Όμως, ένα μικρό κορίτσι, η Γαβριέλα, άρχισε να αναρωτιέται γιατί τα πουλιά συνέχιζαν να κελαηδούν, ενώ οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να βγάλουν ούτε λέξη. Έτσι, αποφάσισε να ανακαλύψει τι είχε συμβεί. Ακολουθώντας τη μουσική του φορτηγού, έφτασε σε ένα απομονωμένο μέρος, όπου βρήκε το φοβερό κουτί. Δίπλα του υπήρχε ένα μικρό κλειδί.
Χωρίς να διστάσει, το πήρε και ξεκλείδωσε το κουτί. Ξαφνικά, οι φωνές ελευθερώθηκαν και γύρισαν πίσω στους ανθρώπους τους. Η πόλη γέμισε ξανά με γέλια, τραγούδια και συνομιλίες. Ο Πάρης προσπάθησε να τους σταματήσει, αλλά ήταν ήδη αργά.
Οι κάτοικοι πανηγύριζαν και σήκωσαν τη Γαβριέλα στα χέρια, ευχαριστώντας την για το θάρρος της. Στη συνέχεια, κάλεσαν τον Πάρη να εξηγήσει γιατί είχε πάρει τις φωνές τους. Ο ελέφαντας, λυπημένος, τους αποκάλυψε ότι τα αυτιά του πονούσαν από τον θόρυβο και όταν είχε ζητήσει βοήθεια, όλοι τον είχαν περιγελάσει. Τότε, οι κάτοικοι κάλεσαν αμέσως έναν γιατρό, ο οποίος εξέτασε τον Πάρη και του καθάρισε τα αυτιά από το κερί που είχε συσσωρευτεί.
Ανακουφισμένος, ο Πάρης ζήτησε συγγνώμη και ρώτησε αν μπορούσε να μείνει στην πόλη. Οι άνθρωποι δέχτηκαν με χαρά, αλλά σύντομα αναρωτήθηκαν τι να κάνουν με το φορτηγό. Τότε, η Γαβριέλα είχε μια ιδέα: αντί να μαζεύει φωνές, το φορτηγό θα μπορούσε να εκτοξεύει χρώματα και να βάφει την πόλη. Έτσι, από εκείνη την ημέρα, η Αφωνόπολη έγινε Πολυχρωματούπολη, γεμάτη χρώματα, γέλια και χαρούμενους ανθρώπους που δεν σταματούσαν να μιλούν και να διασκεδάζουν.
~ΤΕΛΟΣ~
Συγγραφέας: Χατζαντώνη Έλσα
